Αναδημοσιεύσεις
  • Εγγραφή

Λαογραφικές ιστορίες

Άρθρο του Ηλία Τουτούνη συγγραφέα- λαογράφου

Επί Τουρκοκρατίας, η Οθωμανική διοίκηση για ευνόητους λόγους, ως δεσμώτης συνειδήσεων, κρατούσε και συντηρούσε τον υπόδουλο Ελληνικό λαό, εγκλωβισμένο και πλήρως απομονωμένο, από τις πολιτισμένες Ευρωπαϊκές κοινωνίες. Οι Έλληνες είχαν σαφή και καθορισμένα όρια, που στηρίζονταν στους ηθικούς συγγενικούς δεσμούς, στο oμόαιμo, στο ομόθρησκο, στο ομόγλωσσο και στο oμόεθνo, δηλαδή είχαν συναισθηματική ομοιογένεια και διαβιούσαν σ’ ένα πατροπαράδοτο παραδοσιακό περιβάλλον. Και από ότι διαφαίνεται, για να επιβιώσει το Ελληνικό Έθνος, συσπειρώθηκε κυρίως γύρω από την Ορθοδοξία, την ιστορία, την γλώσσα, την προφορική παράδοση, τα ήθη και τα έθιμά του και τοιουτοτρόπως κατάφερε και κρατήθηκε ριζωμένο στις εθνικές και οικογενειακές τoυ παραδόσεις και παρά τις ισχυρές πιέσεις, που δέχθηκε από την Οθωμανική διοίκηση κατόρθωσε, ναι μεν να διατηρήσει ακέραια την κοινωνική του υπόσταση, αλλά και να την μεταφέρει, σχεδόν αμόλυντη κι αναλλοίωτη, στις επόμενες γενιές που ακολουθούσαν.

Γράφει ο Ηλίας Τουτούνης

Ο Λεωνίδας Φιλιππόπουλος, από το χωριό Γερμουτσάνι (σημ. Πλατανίτσα Αχαΐας), θεωρούταν ο πιο δυνατός μεγαλοτσοπάνης, διότι διατηρούσε ένα τρανό κοπάδι από διαλεκτά γιδοπρόβατα. Όλα πήγαινανε μια χαρά, αλλά όσο αυξανόταν ο αριθμός των ζωντανών, τόσο αδυνατούσε ν’ ανταπεξέλθει στις βιοτικές ανάγκες του κοπαδιού του, κατά τις σκληρές βαρυχειμωνιές, επάνω στις κορφές του Ωλονού, και τοιουτοτρόπως επέλεξε σαν σωτήρια λύση, να κατεβάζει το κοπάδι του στα ημιορεινά χειμαδιά στην Πηνεία και να παραχειμάζει. Και έτσι του Αϊ- Δημητρού, κάθε χρόνο, ροβόλαγε το κοπάδι με τα πόδια, στην Πηνεία και συγκεκριμένα εκεί που βρίσκεται σήμερα ο οικισμός Καλό- Παιδί,[1] να παραχειμάσει, αλλά και να δώσει τράτο στα ορεινά βοσκοτόπια ν’ ξανασάνουν και να χορταριάσουν μέχρι να ξανά σκαλώσει τον Απριλομάη. Εκεί, στο σημερινό οικισμό Καλού- Παιδιού, έκαμε μια καλή πιασά[2] και έφτιαξε τα καλύβια του, δίπλα σε παρακείμενη πηγή, στην τοποθεσία Χαλιάς[3], πάνω από την θέση Μούρεση. Η πιασά του οριοθετούταν από το σημερινό οικισμό Καλό Παιδί και επεκτείνοταν του μέχρι το Νταρέϊκο Ρέμα ή Κεφαλόβρυσης, στα σταράλωνα Αλώνια του Γκίκα και στο Παλιοχώρι (εγκαταλελειμμένος οικισμός στη συμβολή του Νταρέϊκου ρέματος με το ρέμα του Ψηλού Όχτου). Και πάλι κάθε χρόνο, τον Απριλομάη, ανάλογα με τον καιρό, έβαζε πάλενες μπροστά το κοπάδι και φόρτωνε τα αλογομούλαρα με τα σκουτιά και τ’ ανάλογα εργαλεία του και ξανά παίρνανε τον δρόμο πάλι για να σκαλώσουνε στον Ωλονό για να ξεκαλοκαιριάσουνε μέχρι τα μέσα προς τέλη του Οκτώβρη, ανάλογα πάλι με τις καιρικές συνθήκες, που επικρατούσαν εκείνες τις ημέρες.

Κάποτε λέγανε, απογιοματάκι παραμονή της Αγιάς Παρασκευής, ένας παπάς διάβαινε, καβάλα στο βασταγουράκι του, σ’ ένα μεγάλο ξερόκαμπο και τράβαγε για το διπλανό χωριό που είχανε πανηγύρι. Τον είχε καλέσει, ο γαμπρός από την αδελφή του, και παπάς της ενορίας, να συλλειτουργήσουνε, να κάνουνε την περιφορά της εικόνας και μετά να κονέψει στο σπίτι του να φάνε κοιμηθούνε και την άλλη μέρα ανήμερα το πανηγύρι να λειτουργήσουνε στην εκκλησιά.

Ο κάμπος ήτανε απέραντος και καθώς διάβαινε αργά- αργά με το γαϊδαράκο του, φούντωσε μια τρανή μαυροσυγνεφιά άρχισε το μπουμπουνηχταριό και μέσα σε λίγη ώρα έφερε ένα δυνατό μπουρίνι που σειότανε ο τόπος κι ο ουρανός από τον ανεμοβρόχι. Ο δόλιος ο παπάς, βλέποντας να έρχεται το μπουρίνι, διβόλιζε το μυαλό του που να βρει να τρουπώσει να περάσει ευτούνη η θεομηνία.  Τήραγε από εδώ και από εκεί μη τάχατις βρει κανένα μουτούπι ή κανένα δέντρο. Μάταιο όμως όσο έκοβε το μάτι του δεν έβλεπε τίποτα ο κάμπος είχε μόνο ξεράγκαθα χορτάρια και λίγα κατσόδεντρα. Και να μόλις αρχίσανε να πέφτουνε οι πρώτες ψιχάλες τρανές σαν τα κάλπικα δεκάρικα. Τότε, μη έχοντας να κάνει τίποτα άλλο, σκέφθηκε μια κουτοπονηριά για να γλιτώσει την βροχή, αλλά και να μην του βραχούνε τα ράσα, γιατί ήθελε να λειτουργήσει και πότε θα τα στέγνωνε. Έπιασε και έδεσε τον γάιδαρό του με το καπίστρι από ένα κλαράκι και τον ξεσαμάρωσε. Μετά, τσάκα- τσάκα γδύθηκε, τρούπωσε τα σκουτιά του, κάτου από το σαμάρι και στην συνέχεια χώθηκε ο μαύρος κάτω από την κοιλιά του γαϊδάρου για να γλιτώσει τ’ ανεμοβρόχι. Ο γαϊδαράκος ήτανε ήμερο πραματάκι και δεν κουνήθηκε ρούπι μέχρι που πέρασε το μπουρίνι. Μόλις σταμάτησαν να πέφτουν και οι τελευταίες ψιχάλες ο παπάς, ξετρούπωσε από την κοιλιά του γαϊδάρου, έβγαλε και τα σκουτιά από κάτω από το σαμάρι και με την φανέλα του σκουπίστηκε όπου ήτανε βρεγμένος, μετά ντύθηκε χτενίστηκε και αφού σαμάρωσε τον γάιδαρο έριξε απάνου στο σαμάρι το χράμι που είχε κρύψει και αυτό μαζί με τα σκουτιά του και δεν είχε βραχεί, καβάλησε πάλενες τον γάιδαρο και κίνησε το δρόμο του για το χωριό. 

 

Του Ηλία Τουτούνη

  Παλιά, το Δωδεκαήμερο, οι μυλωνάδες κλείνανε τους μύλους και δεν αλέθανε. Ένας φουκαριάρης που παλιά παιδάκι είχε κάμει πασπαλιάρης σε κάποιο μύλο και ήξερε την δουλειά του μυλωνά, ξώμεινε από αλεύρι για να μην τον πάρουνε χαμπάρι και το μάθει ο μυλωνάς, τα μεσάνυχτα φόρτωσε το μουλάρι του με γέννημα, πήγε και άνοιξε μόνος του τον μύλο και τον έβαλε μπροστά ν’ αλέθει. Κοντά του είχε πάρει και λίγο κρέας, για να ψήσει μέχρι ν’ απολέσει ο μύλος το άλεσμα. Εκεί, που έψενε κάτι γουρουνίσια κοψίδια, μαζευτήκανε κάμποσα κατσιμπουχέρια και πετάξανε στην φωτιά απάνου στον μεζέ, μια βουρλιά σφαρδάκλια να μαγαρίσουνε το ψητό του και χοροπηδώντας άτακτα γύρω από την φωτιά λέγανε:

«Το παχιό σου μαζί με τ’ αχαμνά μας, τ’ αχαμνά μας μαζί με το παχιό σου!

Το παχιό σου μαζί με τ’ αχαμνά μας, τ’ αχαμνά μας μαζί με το παχιό σου»!

Τα παλιά χρόνια κατά τις μετακινήσεις τους, οι άνθρωποι, για ν’ ασφαλίσουν τα χρήματα που σέρνανε απάνω τους, συνηθίζανε να τα τοποθετούν με τάξη στο μαντήλι και στην συνέχεια να το δένουνε κόμπο και να το τρυπώνουν στην τσέπη ή στον κόρφο τους. Γι’ αυτό τον λόγο λέγανε χαρακτηριστικά για όποιον είχε λεφτά ή κρατιόταν από μπόλικους παράδες: «Αυτός έχει γερό κομπόδεμα[1]». Όμως, υπήρχε ακόμη και μια άλλη συνήθεια, με τον κόμπο του μαντηλιού. Συνήθως κατά τις πρωινές ώρες, ή κατά το ξεκίνημα κάποιου ταξιδιού, οι ταξιδιώτες, τύχαινε να συναντήσουν στο δρόμο τους κάποιον, όπως παπά, σημαδεμένο άνθρωπο, γυναίκα με ξέπλεκα μαλλιά, λεχώνα, καμιά χαρτορίχτρα, εχθρό, αντιπαθητικό άνθρωπο κ.ά., προληπτικά έδεναν έναν κόμπο στο μαντήλι τους, για να μην τους συμβεί κανένα κακό, από κακό μελέτημα ή κατάρα του εχθρού ή στραβοκοίταγμα, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Τον κόμπιασα[2] και δεν φοβάμαι». Και τοιουτοτρόπως νόμιζαν ότι το ταξίδι, η δουλειά, το νιτερέσο, το μυστήριο (αρραβώνας, γάμος, βάπτιση) θα πήγαιναν όλα μια χαρά.

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Στατιστικά Μετρητές

Χρήστες
246
Άρθρα
945
Εμφανίσεις Άρθρων
13817192

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 315 επισκέπτες και κανένα μέλος

S5 Box

Login

Register

Δημοφιλή άρθρα