Καλώς ορίσατε στην αρχαιότερη ιστοσελίδα της Ηλείας, στο Αντρώνι και στην Ορεινή Ηλεία.

Είναι οι κατάφυτες διαδρομές μέσα στις βελανιδιές και στα πλατάνια στο κέντρο της Κάπελης με τις απόκρημνες πλαγιές, τα σκιερά φαράγγια με τις πολλές σπηλιές, τους καταρράκτες, τους νερόμυλους και τις νεροτριβές, με τις δροσερές πηγές και τα καθαρά ποτάμια... Με τα πετρόχτιστα σπίτια, τα νόστιμα φαγητά και το καλό κρασί, τα αρχοντικά γλέντια και τους φιλόξενους κατοίκους.

Frontpage

Επέτειος 1821, τραγουδάει ο Πέτρος Μάρρας στο μνημείο πεσόντων στο Δούκα

Τραγούδια από την επέτειο του 1821 στο Δούκα Ηλείας που μας έστειλε ο φίλος και συνοδοιπόρος στον «Ωλονό» Τάσος Καραμέρος από το Λάλα Ηλείας.

Τραγούδι: Πέτρος Μάρρας από την Βίλια της Νεμούτας Ηλείας.

Των Κολοκοτρωναίων... !

Στ' Αναπλιού το Παλαμήδι...!

Τα ρουπακόφυλλα (και ο Τσαπής)

Γινόταν στο Αντρώνι ο γάμος  κάποιου παιδιού  του Μηνά του οποίου η γυναίκα, η Αικατερίνη ήταν αδελφή των Πριμπαίων από του Κούμανι.

Στο γάμο ήσαν καλεσμένοι και πήγαν οι Πριμπαίοι, ο Νίκος του Κουτσογιώργη, ο Δημήτρης του Μαζαράκα, ο αδελφός του ο Νιόνιος κι άλλοι.

Έγιναν τα στέφανα στην εκκλησία και κατόπιν οι συμπέθεροι πήγαν στο σπίτι της νύφης για να πάρουν τα προικιά. Εκεί σε μια παρέα ήσαν ολόγυρα αρκετοί Ανδρωναίοι μερικοί Κουμαναίοι κυρίως από τους Πριμπαίους.

Οι Πριμπαίοι είναι γεγονός ότι είναι μεγαλοκούφαροι και αρκετά ευτραφής κάτι που το παρατήρησε ο Τσιαπής ο Καλιγάρης, ένας από τους Αντρωναίους και τους λέει:

-Ρε σείς οι Κουμαναίοι, είστε ούλοι όφια (= θηρία), Μπόγρηδες, και τους έδειχνε έναν - έναν. Με τις κοιλιές σας, τα κόκκινα μάγουλα σας, τα πεζούλια σας. Και συνέχισε; 

Εμείς, οι κακόμοιροι οι Αντρωναίοι, σαν καψαλισμένες ρέγγες είμαστε! Μας έφαγε το ξινάρι εμάς στη Λακανάστα…

Σώπα Τσιαπή, του λέει μετά από λίγο ο Νίκος του Κουτσογιώργη. Μη βλέπεις τις κοιλιές μας… Γιομάτες ρουπακόφυλλα* είναι. Μπαφούσηδες είμαστε και εμείς, σαν τα παλιάλογα πόχουν τεχνοφέσι… Και συνέχισε:

Κανένας κι από μας δεν είναι καλά…

Ο ΛΗΣΤΗΣ ΓΙΩΡΓΗΣ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ (ΖΩΡΑΣ)

Επιμέλεια καταγραφή Ηλίας Τουτούνης
Αναφέρεται στον ληστή Γεώργιο Λαγκαδινό ή Ζώρα, που γεννήθηκε το 1908 στη Δάφνη (τέως Ντάμιζα) του δήμου Αμαλιάδας. Ήταν λήσταρχος στην Πηνεία και στην ευρύτερη περιοχή Ηλείας, Αρκαδίας και Αχαΐας. Κατά μαρτυρίες, ήταν ένας πολύ όμορφος άνδρας, άριστος τραγουδιστής και ταχύς στα πόδια. Ήταν στην εποχή του ο πλέον καταζητούμενος ληστής. Σκοτώθηκε στις 17-1-1936 στο χωριό Σουδενέϊκα Αχαΐας, σ’ ενέδρα που του έστησε η χωροφυλακή, μετά από συνεννόηση και προδοσία ενός κουμπάρου του.
Ο εν λόγω κουμπάρος του, που το μικρό του όνομα ήταν Αντώνης, ήξερε ότι ο Ζώρας θα ερχόταν στο σπίτι του να παρευρεθεί στο τραπέζι που έκανε για την γιορτή του. Ο Ζώρας τον επισκεπτόταν συνέχεια για να κρύβεται, επίσης του είχε δώσει μέρος από τις λείες του γι’ ασφάλεια, διότι ήθελε κάποιο σίγουρο μέρος μην συλληφθεί και του τα κατάσχουν. Ακόμη ο Ζώρας είχε μπλέξει με την κουμπάρα του και είχαν ερωτικές περιπτύξεις και ο Αντώνης το γνώριζε. Όμως ο Αντώνης δεν μπορούσε να κάνει τίποτα διότι φοβόταν τον Ζώρα μην τον σκοτώσει. Ο κουμπάρος του ταυτόχρονα μετά από μυστικές συνομιλίες είχε συνεννοηθεί με τους χωροφύλακες να του στήσουν ενέδρα και να τον συλλάβουν και να λάβει ως ανταμοιβή τα χρήματα της επικήρυξης του. Ο Γιώργης Ζώρας, μόλις νύχτωσε έφθασε στο σπίτι του κουμπάρου του Αντώνη να παρευρεθεί στο τραπέζι που έκανε. Οι άνδρες της χωροφυλακής μέσα στο σκοτάδι χωρίς να γίνουν αντιληπτοί περικύκλωσαν το σπίτι και περίμεναν. Όμως ο Γιώργης είχε σκοπό να παραμείνει στο σπίτι του κουμπάρου του και γι την άλλη μέρα και να φύγει μόλις νυχτώσει. Ο επικεφαλής της χωροφυλακής αφού αντιλήφθηκε τις προθέσεις του, τον κάλεσε να παραδοθεί και αντιμετώπιζε μια ήπια μεταχείριση και δίκη. Ο Ζώρας αρχικά συμφώνησε και χωρίς να χάσει χρόνο προσπάθησε να διαφύγει από το πίσω μέρος του σπιτιού σαλτάρωντας από κάποιο παραθύρι. Όμως εκεί πίσω παραμόνευαν άλλοι χωροφύλακες τον κάλεσαν να σταματήσει, όμως αυτός έβγαλε το πιστόλι του και πυροβόλησε στο σκοτάδι, τότε οι χωροφύλακες τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν.
Λέγεται ότι ο Ζώρας είχε δώσει στον κουμπάρο του όλα τα λεφτά από τις λείες του και όλο του το βιός, ώστε να τον υποθάλπει όσο ήταν καταζητούμενος και να του παρέχει σπίτι και τροφή και σε περίπτωση που συλληφθεί να είναι σε ασφαλές μέρος μέχρι να εκτίσει την ποινή του.
Αυτός όμως τον πρόδωσε για τρεις λόγους. Πρώτον για να πάρει τα χρήματα της επικήρυξης, δεύτερον να του μείνει η λεία (χρήματα- τιμαλφή κ.ά.) και τρίτον για να τον βγάλει από την μέση λόγω ότι τα είχε μπλέξει με την γυναίκα του, έτσι όπως λέει ο θυμόσοφος λαός: «Ένα σμπάρο δυο… και τρία τρυγόνια!»
1. ΤΟΥ ΖΩΡΑ
Το μάθατε τι έγινε στα Σουδενά της Πάτρας;
Το Γιώργο Ζώρα σκότωσαν τ’ Αγιαντωνιού το βράδυ.
Οι φίλοι του τον πρόδωσαν και οι μπραζέρηδές του.
Να ’χε μανούλα να τον κλαίει, πατέρα να τον θάψει.
Τον έκλαιγαν οι φίλοι του και οι μπραζέρηδές του,
από κρυφά τον κλαίω κ’ εγώ, η άμοιρη αδερφή του.
- Για σήκω, Γιώργο μ’, να σε δω, λίγο να σ’ αγναντέψω,
λίγο να ιδώ τα μάτια σου, τα κατσαρά μαλλιά σου.
(Χαράλαμπου Κοκκίνη, «Η εκπαιδευτική περιφέρεια της Αμαλιάδος», Αμαλιάδα 1973, σ. 19. Τραγουδήθηκε από την Λεμονιά Κωστούρου)
2. (ΒΓΗΚΑ ΨΗΛΑ ΚΙ ΑΓΝΑΝΤΕΨΑ)
Βγήκα ψηλά κι αγνάντεψα στου Ζώρα τα καλύβια.
Βλέπω τον τόπο έρημο και την καλύβα τρούπια,
τηράω κ’ ένα γέροντα, μα θα ’τανε στ’ ογδόντα.
Έκατσα και τον ρώτηξα, του είπα δυο κουβέντες:
- Μην είδες τον Γιώρη πουθενά, τον καπετάν τον Ζώρα;
- Φυλάει ’κειά στα Σουδενά, το χιόνι τον σκεπάζει.
(Αφήγηση Διονυσίου Δημητρόπουλου από την Αμαλιάδα Ηλείας)
Τα Άνω Σουδεναίικα ή Άνω Σουδενέικα είναι χωριό της Αχαΐας. Διοικητικά είναι έδρα ομώνυμης τοπικής κοινότητας, που ανήκει στην Δημοτική Ενότητα Ωλενίας του Δήμου Δυτικής Αχαΐας. Το χωριό απέχει 4 χιλιόμετρα από την Βιομηχανική Περιοχή Πατρών.
Φώτο Γιώργης Ζώρας- Λαγκαδινός

ΟΙ ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ ΤΟΥ ΧΑΒΑΡΙΟΥ…ΕΝΑ ΚΑΛOΘΑΜΕΝΟ ΜΥΣΤΙΚΟ…!

Επιμέλεια Ηλίας Τουτούνης
Εντός των ορίων της κτηματικής έκτασης του οικισμού Χάβαρι Ήλιδας του νομού Ηλείας, υπάρχει μια τοποθεσία με το τοπωνύμιο Πυραμίδες Χαβαρίου, αυτή βρίσκεται νοτιοδυτικά του οικισμού στο γεωγραφικό μήκος 21.367636 και πλάτος 37.849302.
Δεν αναρωτούμαστε για ποιο λόγο η τοποθεσία έλαβε την ονομασία Πυραμίδες, γιατί καταλαβαίνουμε ότι συσχετίζεται με πυραμίδες. Υποτίθεται ότι στην εν λόγω τοποθεσία υπήρχαν κάποιες πυραμίδες, χωρίς να γνωρίζουμε τις διαστάσεις των, τον χρόνο κατασκευής αλλά και τον χρόνο της κατεδάφισής των. Όμως, αναρωτούμαστε γιατί οι ξένες αποστολές ειδικών, που έφθασαν κάποτε και βρήκαν τα ίχνη τους, απέκρυψαν την θέση τους, αναφέροντας ότι δεν είναι ακόμη καιρός να τις πειράξουν. Ακόμη γιατί μια άλλη αποστολή αρχαιολόγων, από άλλα κράτη αργότερα, δεν θέλησαν ν’ αγγίξουν τις Αρχαίες Θαλάμαις, και προτίμησαν ν’ αποκρύψουν κάθε πληροφορία, σε τι συσχετίζονται μεταξύ τους και τι μας κρύβουν;
Ποιοι πολιτικοί εκείνης της εποχής συμφωνήσαν να μην προχωρήσουν σε ανακοινώσεις, και τι απέγιναν οι σημειώσεις του αείμνηστου δημοδιδάσκαλου Νικολάου Λάσκαρη που είχε κάνει μια εμπεριστατωμένη έρευνα για αυτή την υπόθεση, κατά την πρώτη δεκαετία του 1900 και την άφησε στην μονάκριβη κόρη του Αντωνία;
Θέλουμε να ξέρουμε τι απέγιναν τα κτιριακά υπολείμματα, που ήσαν τα θεμέλια των Πυραμίδων, και γιατί κατεστράφησαν οι λαξευμένοι ογκόλιθοί των. Προβαίνοντας σ’ αυτά κάποιοι θέλησαν μάλλον να εξαφανίσουν κάθε ίχνος ύπαρξης.

Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΘΕΡΑ…!

“Καλώστηνε την νυφούλα μου ’που μπαίνει στην πορτούλα μου…”
Καταγραφή επιμέλεια Ηλίας Τουτούνης
Μετά το μυστήριο του γάμου και τον χορό που στηνόταν να χορέψει η νύφη με τους δικούς της, έξω από την εκκλησία ή στην πλατεία του χωριού, ο γαμπρός με τους καλεσμένους του παρελάμβανε την νύφη και κατευθύνονταν στο σπίτι του, είτε ήταν συγχωριανοί ή από άλλο χωριό. Οι γονείς της νύφης και η συνοδεία της, μετά τον τελευταίο αποχαιρετισμό, αποχωρούσαν και δεν ακολουθούσαν την πομπή των νεόνυμφων.
Πριν φθάσει η πομπή του γαμπρού στο σπίτι του, άρχιζαν τα βαράνε τα βιολιά και να τραγουδάνε διάφορα τραγούδια του γάμου και της αγάπης.
Στο σπίτι του γαμπρού, που θ’ αποτελούσε την κατοικία των νεόνυμφων, προέβαιναν σε διάφορα έθιμα, που σκοπό είχαν να εκβιάσουν την τύχη για την καλοτυχία του νέου ζευγαριού.
Μόλις έκανε την εμφάνιση το ζευγάρι είτε με τα πόδια είτε με τα άλογα, αν έρχονταν από άλλο χωριό, τότε ένα αγόρι και ένα κορίτσι που έπρεπε να είχαν εν ζωή και τους δυο γονείς τους, πετούσαν στα κεραμίδια του σπιτιού μια μαξιλάρα για το γούρι των νεόνυμφων. Η μαξιλάρα παρέμενε στα κεραμίδια μέχρι να μείνει έγκυος η νύφη, κατά άλλους παρέμενε μέχρι τα πιστρόφια.
Επίσης όταν η νύφη ερχότανε μ’ άλογο, σταματούσε μπροστά στο σπίτι, αλλά δεν ξεπέζευε. Ζητούσε τάξιμο, ή ασήμωμα από τον γαμπρό, για να κατεβεί λέγοντας:
«-Τάξε μου να κατέβω!»
Τότε ο γαμπρός ή ο πεθερός έταζε ή την ασήμωνε και αν η νύφη έμενε ευχαριστημένη κατέβαινε, αν όχι ζητούσε περισσότερα, μέχρι να πάρει αυτό που επιθυμούσε. Βασικά επί το πλείστον αυτά είχαν προσυζητηθεί τι θα ζητήσει η νύφη και οι σκηνές αυτές γίνονταν εθιμοτυπικά.

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Αναδημοσιεύσεις

Free Joomla! templates by Engine Templates