ΜΑΛΑΘΑ ή ΚΟΦΙΝΑΔΑ, ΨΩΜΟΚΑΛΑΘΟ ή και ΚΑΡΒΕΛΟΓΙΟΥΚΟΣ … Η ΠΑΛΙΑ ΨΩΜΙΕΡΑ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ..!

Γονική Κατηγορία: Παράδοση Έπιπλα - Σκεύη Εμφανίσεις: 8717

Συλλογή καταγραφή Ηλίας Τουτούνης

Η Μαλάθα ή Κοφινάδα, ήταν ένα οικιακό σκεύος, κατασκευασμένη από καλάμια ή από βέργες αλυγαριάς, σκίντου, σμέρτου, ιτιάς και άλλων ευλύγιστων θάμνων. Το ερμηνευτικό λεξικό Ελληνικής γλώσσας την ορίζει ως πιθοειδὴς κάλαθος μετά πώματος όπου αποθηκεύονται τα καρβέλια της ζυμωσιάς μέχρι καταναλώσεως.

Ήταν ένα μεγάλο καλάθι ύψους 60 - 70 - 80 εκατοστών, μ’ ένα μεγάλο στόμιο στο επάνω μέρος, τόσο όσο να χωράνε τα καρβέλια. Στην περιοχή μας κατασκευάζονταν από ειδικούς μαστόρους τους ονομαστούς καλαθάδες. Η μαλάθα χρησίμευε για την αποθήκευση του ψωμιού. Η κάθε νοικοκυρά αγόραζε ή παράγγελνε μαλάθα ανάλογα με τα μέλη της οικογένειας. Αν είχε πολλά μέλη έφτιαχνε μεγάλη και με στόμιο ώστε να χωράει άνετα το καρβέλι του ψωμιού που παρασκεύαζε. Μια λαϊκή ρήση αναφέρει: «Όσο τραναίνει η οικογένεια, τραναίνει κι η μαλάθα!»

Αν ήταν ολιγομελής η οικογένεια, τότε έφτιαχνε μικρότερη και στα μέτρα της.

Στην μαλάθα μέσα έβαζαν το ψωμί, όχι μόλις έβγαινε από τον φούρνο, αλλά την άλλη ημέρα για να έχει κρυώσει και να έχει σφίξει το καρβέλι. Κι τοιουτοτρόπως βγήκε και η λαϊκή παροιμιώδης φράση: «Πρώτα χορταίνει η μαλάθα με ψωμί και μετά η λυκουνιά!»

Η επιλογή της χρήσης της μαλάθας ήταν να είναι το ψωμί αποθηκευμένο, να αερίζεται από τα κενά της πλέξης για να μην μουχλιάζει και να προφυλάσσεται από τα ποντίκια. Πολλές νοικοκυρές τύλιγαν τις μαλάθες με ένα ειδικό σεντόνι το λεγόμενο μαλαθόπανο ή μαλαθοβράκι. Αυτό οι περισσότερες το κεντούσαν για να είναι όμορφο και το έραβαν εξωτερικά, για να μην φαίνεται η ασχήμια της μαλάθας, αλλά και να προστατεύουν το ψωμί, από τις σκόνες, τα ζωΰφια και κυρίως από τις κατσαρίδες κ.λπ. όταν το ψωμί που ήταν στην μαλάθα έφτανε λίγο κάτω από την μέση, τότε η νοικοκυρά προετοιμάζονταν για να αναπιάσει προζύμι και να ξαναζυμώσει.

Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΜΑΛΑΘΑΣ

Για να κατασκευάσουν την μαλάθα οι καλαθάδες επέλεγαν πάντα, σύμφωνα με την εμπειρία τους, στελέχη καλαμιών, τα οποία καθάριζαν με επιμέλεια από τα φύλλα και τα εξογκώματα των κόμπων και στην συνέχεια τα έσχιζαν σε μακρόστενα λωρίδες τα οποία ήσαν σχεδόν ισομεγεθή ως προς το πλάτος και το μήκος.

Επίσης επέλεγαν και βέργες από όποιο δένδρο κατάλληλο δένδρο ή θάμνο, βέργες. Στην περιοχή μας από λυγαριά, σμέρτο, σκίντο και ιτιά για το σταύρωμα της βάσης της κατασκευής, τα νεύρα, τις άκρες, τα χερούλια και το εξωτερικό του καπακιού.

Αφού επέλεγαν τις βέργες και τα καλάμια, τα έκοβαν με φεγγάρι, για να μην σκωροφάγουν και να καταστραφούν γρήγορα. Τις βέργες τις έβαζαν στο νερό ή στην λάβα της φωτιάς για να μαλακώσουν και να βγαίνει πιο εύκολα η φλούδα και τα άφηναν στον ίσκιο για να ξεραθούν ελαφρά.

Για να αρχίσουν να κατασκευάζουν την μαλάθα, κατάβρεχαν τα καλάμια και τις βέργες από νωρίς για να είναι πιο ευλύγιστες και να μην σπάζουν. Πρώτα σταύρωναν τις βέργες οι οποίες είχαν μήκος ακτίνας όσο το επιθυμητό πλάτος της βάσης, και το ύψος της μαλάθας που ήθελαν να κατασκευάσουν, ώστε να είναι ενιαίο και να μην διαλύεται εύκολα και ιδίως με το βάρος και τις μετακινήσεις. Στην συνέχεια στο σημείο της ένωσης αυτών τις έδεναν με λωρίδες από φλούδες της βέργας που χρησιμοποιούσαν. Οι καλοί καλαθάδες (μαλαθάδες) απέφευγαν να τις δέσουν με φλούδες. Όταν γινόταν ο σταυρός ή το αστέρι, όπως το λένε οι καλαθάδες, τότε έπλεκαν ενδιάμεσα αυτών καλάμια ή και βέργες σε κυκλικό σχήμα περιφερειακά, για πιο σταθερό και καλύτερο μέχρι να φθάσουν στον επιθυμητό πάτο ω- βάση (κάτω μέρος της μαλάθας).

Μόλις τελείωνε η βάση τότε λύγιζαν με μαεστρία τις βέργες ή της βάσης και άρχιζαν να πλέκουν περιφερειακά τον κορμό της μαλάθας κυρίως με καλάμι. Πλέκοντάς την και προχωρώντας σταδιακά σιγά- σιγά την διόγκωναν την κοιλιά (όπως έλεγαν οι καλαθάδες), όπως τα παλιά πήλινα πιθια και όταν έφθαναν στην μέση και λίγο πιο πάνω, αντί για καλάμια έπλεκαν πάλι μερικές βέργες στριφτές για νεύρο και με αυτές να σχηματίσουν τα χερούλια χειρισμού. Μετά τα χερούλια πάλι χρησιμοποιούσαν καλάμια και άρχιζαν σιγά – σιγά να στενεύουν με ιδιαίτερη τέχνη και μαεστρία την κατασκευή μέχρι να φθάσουν στο στόμιο. Όταν έφθαναν στο στόμιο για να ολοκληρώσουν την κατασκευή πάλι έπλεκαν βέργες για να έχει σκληρά χείλα (χείλη), όπως έλεγαν οι καλαθάδες, να τα ενδυναμώσουν και να είναι πιο ισχυρή η μαλάθα στο στόμιο και να αποφεύγεται κυρίως το καλάμι για να μην προκαλεί μικροτραυματισμούς, στα χέρια κατά την χρήση.

Τέλος κατασκεύαζαν το καπάκι. Και αυτό με τον ίδιο τρόπο. Πρώτα σταύρωναν τις βέρες, τις έδεναν και μετά έπλεκαν με καλάμι το κυκλικό καπάκι. Μόλις έφθαναν στην επιθυμητή περιφέρεια, έκλειναν με βέργες που λειτουργούσαν ως νεύρα στερέωσης και ασφάλειας. Πριν τοποθετήσουν τα εξωτερικά νεύρα από τις βέργες άφηναν και αναμονές για το κάτω χείλος του καπακιού που προσαρμοζόταν εντός του στομίου της για να μην μετακινείται το καπάκι και να κλείνει με περισσότερη ασφάλεια. Τέλος επάνω στο καπάκι στο από κάτω μέρος εκεί που είχαν αφήσει τις αναμονές όπως προανέφερα, πρόσθεταν πλέκοντας καλάμια ή βέργες για το χείλος που ήταν κάπου δυο- τρεις πόντους πάχος και ήταν περιφερειακό ώστε να εισέρχεται στο στόμιο της μαλάθας και να προσαρμόζεται με ασφάλεια. Μερικοί καλαθάδες έπλεκαν το καπάκι εναλλακτικά πότε με βέργες και πότε με καλάμι για καλαισθησία. Σημειωτέον ότι μετά από το πέρας των εργασιών έλυναν τις κορδέλες στερέωσης από τις φλούδες και έτσι ήταν ομοιόμορφη η κατασκευή χωρίς παρελκόμενα. Επίσης ανάλογα με τον μάστορα, την όρεξη, την καλλιτεχνία και το μεράκι, κατασκεύαζαν από άχρηστες μαλάθες, μέχρι και έργα τέχνης.

Το μυστικό της διατήρησης της μαλάθας και των καλαθιών για να διατηρηθούν περισσότερα χρόνια ήταν ότι τα εμπότιζαν με χαλκούχο νερό (βορδιγάλειο πολτό ή γαλαζόπετρα ή και αλογόπετρα) και μετά τα στέγνωναν στον ήλιο.

ΠΑΡΕΛΘΟΝ Η ΜΑΛΑΘΑ

Όταν σταμάτησε το ζύμωμα σε κάθε σπίτι, αχρηστεύθηκαν και οι μαλάθες, οι οποίες σταδιακά εξαφανίσθηκαν και την προφύλαξη του καθημερινού ψωμιού το ανέλαβαν οι ψωμοθήκες. Και όλα αυτά διότι σταματήσαμε να τρώμε πολύ ψωμί, να ζυμώνουμε και να αποθηκεύουμε το ψωμί του σπιτιού για μια εβδομάδα, όπως γινόταν παλιά. Η καθημερινή προμήθεια του ψωμιού από τους φούρνους και τα πρατήρια ψωμιού που σήμερα παίζουν τον ρόλο της μαλάθας παραμέρισαν την μαλάθα και την εκτόπισαν από τα σπίτια. Ευτυχώς που μερικά ιδιωτικά ή δημόσια μουσεία και χάρη στην ευαισθησία μερικών φίλων της παράδοσης μπορούμε να τις βλέπουμε και να μας ενημερώσουν για τον ρόλο τους στο κάθε σπίτι.

Σήμερα οι καλαθάδες, κατασκευάζουν μαλάθες κατώτερης ποιότητας, για απλή μουσειακή χρήση, οι οποίες όπως έχω διαπιστώσει δεν είναι ανθεκτικές και είναι κατασκευασμένες με ανώριμα υλικά, που έχουν επιλεγεί πρόχειρα και δεν ανταποκρίνονται στις παλιές παραδοσιακές προδιαγραφές.

Εκτύπωση