Καλώς ορίσατε στην αρχαιότερη ιστοσελίδα της Ηλείας, στο Αντρώνι και στην Ορεινή Ηλεία.

Είναι οι κατάφυτες διαδρομές μέσα στις βελανιδιές και στα πλατάνια στο κέντρο της Κάπελης με τις απόκρημνες πλαγιές, τα σκιερά φαράγγια με τις πολλές σπηλιές, τους καταρράκτες, τους νερόμυλους και τις νεροτριβές, με τις δροσερές πηγές και τα καθαρά ποτάμια... Με τα πετρόχτιστα σπίτια, τα νόστιμα φαγητά και το καλό κρασί, τα αρχοντικά γλέντια και τους φιλόξενους κατοίκους.

ΧΑΙΡΕΤΑ ΜΟΥ ΤΟΝ ΠΛΑΤΑΝΟ…!

Καταγραφή Ηλίας Τουτούνης

Η παροιμιώδης φράση «Χαιρέτα μου τον πλάτανο!», που ανελλιπώς ακόμη και σήμερα ακούγεται, κατά την παράδοση, φαίνεται να την πρόφερε για πρώτη φορά ένας οδοιπόρος.

Παλιά που δεν υπήρχαν μηχανοκίνητα μέσα μεταφοράς και τα οδικά δίκτυα ήταν πρωτόγονα, η μετακίνηση γινόταν με τα πόδια και με τα υποζύγια (άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και βόδια).

Πολλοί άνθρωποι, που δεν διέθεταν ζώα για την μετακίνησή τους, τότε επιστράτευαν τα ποδάρια τους και πήγαιναν από κοντινές αποστάσεις μέχρι και εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Τελευταία για τους νέους που ίσως δεν γνωρίζουν, ένα παράδειγμα ήταν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν μετά την υποταγή στις Γερμανικές Δυνάμεις κατοχής, οι στρατιώτες μας, από το Μέτωπο, γύρισαν στον τόπο τους με ποδαρόδρομο. Σκεφθείτε τώρα από την Μακεδονία κάποιος να φθάσει στην νότια Πελοπόννησο, πόσα χιλιόμετρα περπάτησε, μέσα σε κακουχίες κ.λπ.

Οι οδοιπόροι, όταν ήθελαν να διανύσουν αρκετά χιλιόμετρα, έπαιρναν μαζί τους και ένα τράστο (σακίδιο) με ψωμί, τυρί, ελιές, κρεμμύδι, και ότι άλλο πρόχειρο είχαν στην φτώχεια τους.

Έτσι και ο οδοιπόρος της ιστορίας μας κίνησε από τον τόπο του να πάει κάπου μακριά, αλάργα έλεγαν τότε. Αφού πήρε κοντά του το τράστο του με λίγο ψωμοτύρι, έκοψε δρόμο να πάει εκεί που ήθελε. Οι φτωχοί προτιμούσαν τότε, οι μακρινές μετακινήσεις να γίνονται κυρίως κατά την καλοκαιρινή περίοδο, για να κοιμούνται στην ύπαιθρο και να μην πληρώνουν χανιάτικα.

Ο εν λόγω οδοιπόρος έπειτα από δυο ημέρες πορεία, αφού πέρασε κάνα πεντάρι χωριά την τρίτη ημέρα  αργά το απόγευμα έφθασε σ’ ένα χωριό. Εκεί πήγε στην πλατεία του χωριού που είχε πανηγύρι, χουζούρεψε κάμποσο, μίλησε με τους χωριανούς, αλλά κανένας δεν τον κάλεσε για φαγητό μιας και ήταν ξένος, ούτε για να τον φιλοξενήσουν να κοιμηθεί σε κάποιο σπίτι, έτσι όπως συνηθίζονταν στα χωριά. Αυτό το χωριό είχε την κακή φήμη της αφιλοξενίας.

Αν και μια παροιμία αναφέρεται με βαθύ νόημα για τους οδοιπόρους: «Ασθενής και οδοιπόρος δεν έχουν αμαρτία!». Η παροιμία λέγεται ότι κατά τις νηστίσιμες ημέρες, ο ασθενής και ο οδοιπόρος πρέπει να τρώνε καλά φαγητά λόγω της εξάντλησης που έχουν. Αφού είδε ότι δεν γινόταν τίποτα, ο οδοιπόρος, πήγε στην βρύση του χωριού, κάθισε, έβγαλε το ψωμί και το προσφάι, του από το τράστο του, έφαγε ότι είχε στην φτώχεια του, ήπιε νεράκι, πλύθηκε και πήγε πιο πέρα κάτου από τον μεγάλο πλάτανο και μάζεψε λίγα φύλλα και διπλώθηκε με ένα χράμι ,που κουβάλαγε μαζί του και έγειρε να κοιμηθεί. Αργά την νύκτα προτού χαράξει, επειδή τον περόνιασε το κρύο σηκώθηκε νίφτηκε, πήρε τα μπογαλάκια του και κίνησε για τον δρόμο του, που ήθελε να πάει.

Περάσανε κάνα δυο χρόνια και ένα βράδυ στο χωριό του νύχτωσε ένας από εκείνο το χωριό που δεν τον φιλοξένησε. Αυτός τον έκοψε ότι ήταν ξένος και επειδή είχε περάσει νίλα τον κάλεσε στο σπίτι του να τον φιλοξενήσει. Κουβεντιάζοντας με αυτόν τον ρώτησε από ποιο χωριό ήταν. Αυτός του είπε από το τάδε, τότε θυμήθηκε αυτός τι έγινε εκείνο το βράδυ και θέλησε να του το μεταφέρει με τον δικό του τρόπο.

-Μωρέ στο χωριό σου, ένα βράδυ πριν δυο τρία χρόνια, που γινότανε πανηγύρι, ήμουνα περαστικός, και έφαγα καλά και κοιμήθηκα κιόλας, και θέλω να στείλω σ’ αυτόν τα χαιρετίσματά μου!

Ο άλλος τον ρώτησε ποιο σπίτι τον φιλοξένησε. Αυτός έκανε πως δεν θυμόταν το όνομα και του έλεγε:

-Μωρέ, πως τον λέγανε…, πως τον λέγανε…, πως τον λέγανε …!

Ο άλλος του ανέφερε μερικά ονόματα συγχωριανών του, μπας και θυμηθεί, αλλά εκείνος έκανε πως δεν θυμότανε.

-Μωρέ ..πως διάβολο τον λέγανε, δεν πάει το μυαλό μου!

-Και εγώ! του λέει ο άλλος, τώρα σε ποιον να πω τα χαιρετίσματα που θέλεις να στείλεις;

Εκείνος έκανε πως προσπαθούσε να φέρει στον νου του το όνομα. Κι από τα πολλά σε μια στιγμή, δείχνοντας ότι όντως θυμήθηκε, γυρίζει και του λέει:

-Ρε φίλε… άκου ’δω, άμα φτάσεις στο χωριό σου, «Χαιρέτα μου τον πλάτανο…!»

Εκεί έστειλε τα χαιρετίσματά του, όπου αυτός τον φιλοξένησε και βρήκε χώρο και κοιμήθηκε, εφόσον κανείς από το χωριό δεν φιλοτιμήθηκε να τον φιλοξενήσει, να περάσει την βραδιά του!


Εκτύπωση   Email

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Αναδημοσιεύσεις

Free Joomla! templates by Engine Templates