Ιστορικά θέματα
  • Εγγραφή
Η μπαρούτη, ή το μπαρούτι, Ελληνικά πυρίτης, πυρίτιδα, Αγγλικά powder (= σκόνη), Γαλλικά poudre (= σκόνη), Γερμανικά  pulver (= σκόνη), Ιταλικά polvere (= σκόνη), Τουρκικά barut. Η λέξη barut προέρχεται από το αραβικό barud που σήμαινε αρχικά νίτρο. Οι Άραβες έδωσαν αργότερα την ονομασία αυτή στην μπαρούτη από το κύριο συστατικό της που είναι το νίτρο.
    

 

Η ιστορία της μπαρούτης χάνεται στα βάθη των αιώνων. Σε διάφορες εποχές η εφεύρεσή της αποδόθηκε στους Κινέζους, στους Άραβες, ακόμη και στους κατοίκους της μυθικής Ατλαντίδος. Όμως για καμιά από αυτές τις περιπτώσεις δεν έχουμε τεκμηριωμένες πληροφορίες για το που, πότε και ποιος την εφεύρε. Όμως είναι βέβαιο ότι οι Κινέζοι, από τους πρώτους αιώνες μ.Χ. χρησιμοποιούσαν διάφορα είδη εκρηκτικών μειγμάτων για ανατινάξεις βράχων. Δεν υπάρχουν όμως στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ήξεραν τη σύνθεση και τη χρήση της μπαρούτης όπως αυτή έγινε πολλούς αιώνες αργότερα στην Ευρώπη. Η πρώτη αναφορά στη μπαρούτη γίνεται το 1242 στο έργο του «De Mirabili Potestate Artis Naturae» του φραγκισκανού καλόγερου και φιλοσόφου Roger Bacon, που ασχολήθηκε με διάφορα φιλοσοφικά θέματα της εποχής του.

Το 1266, ο ίδιος σε γραπτό του προς τον Πάπα με τίτλο Opus Tertius  - αντίγραφο που βρέθηκε το 1909 στην Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι – περιγράφει με λεπτομέρειες και σαφήνεια την μπαρούτη.

 

Στην Ευρώπη η μπαρούτη άρχισε να χρησιμοποιείται για πολεμικούς σκοπούς το 14ον αιώνα. Από τότε επικράτησε άλλαξε όλα τα δεδομένα, η χρήση της στην πολεμική τέχνη ως αποκλειστικής πρώτης ύλης για την εκτόξευση βλημάτων από πυροβόλα όπλα.

 

 

 Το έτος 1326 έχουμε την πρώτη πληροφορία για κατασκευή ορειχάλκινων πυροβόλων όπλων στη Φλωρεντία για την άμυνα της πόλης. Μερικά χρόνια αργότερα το 1378 σε τουρκικά χρονικά αναφέρεται η ύπαρξη πυροβόλων και η χρήση της μπαρούτης στα Βαλκάνια και συγκεκριμένα στο σημερινό Dubrovnic.

 

Στα Ενετικά αρχεία των προξενείων Θεσσαλονίκης και Δυρραχίου υπάρχουν σημαντικές πληροφορίες για παραγωγή μπαρούτης τον 18ο αιώνα. Ο ερευνητής Κ. Μέρτζιος έχει δώσει στη δημοσιότητα μερικά στοιχεία:

 

- 1754 Μαρτίου 20 «… Έφθασε διαταγή εκ Κωνσταντινουπόλεως εις τα εδώ αρχάς ίνα αποστείλουν αμέσως 3.000 καντάρια πυρίτιδος εις το Βελιγράδι….» (Ενετικό Προξενείο Θεσσαλονίκης)

 

- 1770 Αυγούστου 28 – 1770 Σεπτεμβρίου 19. «…κατά διαταγήν της Υψηλής Πύλης εστάλησαν 500 καντάρια πυρίτιδος εις το Ναύπλιον και άλλα 400 είναι έτοιμα δια τα Δαρδανέλλια… τα 500 καντάρια πυρίτιδος, που εστάλησαν εις το Ναύπλιον, διηρπάγησαν από τους Αλβανούς, οι οποίοι διαπράττουν παν είδος κακουργήματος εις τον Μωρέαν…»  (Ενετικό Προξενείο Θεσσαλονίκης)

 

Δεν μας είναι γνωστό πότε ακριβώς και από πού μεταφέρθηκε η τεχνική της μπαρούτης στον Μοριά και ιδίως στη Δημητσάνα, είναι όμως βέβαιο ότι είναι πολύ παλιά. Ο Ενετός J. Corner, που επισκέφθηκε της περιοχή της Δημητσάνας το 1688, αναφέρει ότι στη Δημητσάνα και στη Στεμνίτσα οι κάτοικοι ασχολούνταν με την παραγωγή μπαρούτης (Τ. Κανδηλώρος, 1898, σελ. 117). Η χρονολογία συμπίπτει με την αποχώρηση των Τούρκων  από τον Μοριά και την εδραίωση της Ενετικής κυριαρχίας.

 
 

Οι δύο πρώτοι μπαρουτόμυλοι που λειτούργησαν στον Αϊ – Γιάννη της Δημητσάνας χτίστηκαν από τον εθνομάρτυρα μητροπολίτη Λακεδαιμονίας Ανανία Λαμπάρδη, λίγο πριν το 1764. Ο Ανανίας Λαμπάρδης, πιθανότατα να ήταν γόνος οικογένειας μπαρουξήδων (τεχνίτες μπαρούτης), και αναδείχθηκε σε δυναμική προσωπικότητα στο Μοριά.

Από το 1764 μέχρι το 1820 αναφέρεται η λειτουργία μπαρουτόμυλων στη Δημητσάνα, οι οποίοι μάλιστα λίγο πριν το 1821 ήταν τέσσερις (Χρυσανθακόπουλος, 1950, σελ. 46), είναι επίσης γνωστό ότι οι Δημητσανίτες μέσα στα σπίτια τους, χρησιμοποιώντας γουδιά (χαβάνια), παρασκεύαζαν μπαρούτη σε μικρές ποσότητες.

 

Όταν το 1819 οι Σπηλιωτοπουλαίοι πήγαν στη Δημητσάνα για την οργάνωση της παραγωγής μπαρούτης για τις ανάγκες της επανάστασης του 1821 εκεί βρήκαν πολλούς έμπειρους μπαρουξήδες.

 

Οι Δημητσανίτες ασχολούνταν λοιπόν επαγγελματικά με την παραγωγή και το εμπόριο της μπαρούτης και είναι βέβαιο ότι την πωλούσαν σε Έλληνες και σε Τούρκους, σε περιόδους που οι Έλληνες δεν βρίσκονταν σε πολεμική αντιπαράθεση με τους Τούρκους.

 

 Στον κώδικα της εκκλησίας της Αγίας Κυριακής της Δημητσάνας αναφέρονται περιπτώσεις Δημητσανιτών όπου νοίκιαζαν από την εκκλησία τα σιδερόφτυαρα, που χρησιμοποιούνταν στις εργασίες παραγωγής νίτρου.

 

 Η παραγωγή του μπαρουτιού γινόταν όμως ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή και την ένταση στις σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων, άλλοτε έπαιρνε μεγαλύτερη έκταση και άλλοτε ήταν περιορισμένη και μυστική μέσα στα σπίτια.

 

 Τις παραμονές της επανάστασης, οργανώθηκε από τους Σπηλιωτοπουλαίους στη Δημητσάνα η μαζική παραγωγή μπαρούτης, που έμελλε να παίξει σπουδαίο ρόλο στην υποστήριξη του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.

 

Το 1819 οι Σπηλιωτοπουλαίοι σε συνάντηση που είχαν με τον πρόκριτο  Αθανάσιο Αντωνόπουλο, του εκμυστηρεύτηκαν τις σκέψεις τους και την απόφασή τους να οργανώσουν την πυριτιδοποιία με ανακατασκευή των παλιών μπαρουτόμυλων και λειτουργία νέων, ώστε ν’ αυξηθεί η παραγωγή μπαρούτης ώστε να μπορεί να καλύψει τις ανάγκες όσο το δυνατότερο μπορεί της επερχόμενης επανάστασης. (τα στοιχεία αυτά μας βοηθούν να τεκμηριώσουμε αυτό που επαναλαμβάνεται, ότι η Ελληνική επανάσταση ήταν τυχαία και όχι προσχεδιασμένη).

http://sup.kathimerini.gr/kathnews/photos/03-10-09/03-10-09_300465_131.jpg

 

Εφόσον εξασφάλισαν οι Σπηλιωτοπουλαίοι την συμμετοχή μερικών κατοίκων, προμηθεύτηκαν αρκετές ποσότητες νίτρου και θειαφιού. Επισκεύασαν και έθεσαν σε λειτουργία τους δυο παλιούς και ερειπωμένους μπαρουτόμυλους του Ανανία Λαμπάρδη. Στη συνέχεια μετέτρεψαν σε μπαρουτόμυλους τους αλευρόμυλους στο κεφαλάρι του Αγιάννη εκεί που είναι σήμερα το Μουσείο Υδροκίνησης Δημητσάνας.

 

Ο Δημητσανίτης έμπορος Κώστας Τζανής ειδοποίησε τους Τούρκους της Τριπολιτσάς ότι στην Δημητσάνα λειτουργούν οι μπαρουτόμυλοι. Οι Τούρκοι έστειλαν τότε έναν μπουσαμπίρη (ανακριτή) με συνοδεία αξιωματικών και αρκετών στρατιωτών να κάνουν έρευνες και ανακρίσεις. Όμως ο Δραγουμάνος της Τριπολιτσάς Σταύρος Ιακωβάκης που είχε τις πληροφορίες από τον περιβάλλον του πασά ειδοποίησε τους Δημητσανίτες και πρόλαβαν και εξαφάνισαν κάθε στοιχείο όσον αναφορά την μπαρούτη. Όταν έφθασαν οι Τούρκοι ναι μεν βρήκαν τους μπαρούτ χαμέ (μπαρουτόμυλους), αλλά μπαρούτη ούτε ίχνος, έψαξαν αρκετά σπίτια, εκκλησίες, μοναστήρια αλλά δεν βρήκαν, σφράγισαν τους μύλους και έφυγαν εφόσον φορτώθηκαν υποσχέσεις και αρκετά δώρα.

 

Πάντως, οι υπόνοιες των Τούρκων της Τριπολιτσάς για την Παρασκευή της μπαρούτης δεν είχαν διαλυθεί . για τούτο ζήτησαν επτά μπαρουξήδες (τεχνίτες μπαρούτης) να πάνε στην Τριπολιτσά για να φτιάξουν μπαρούτη όπου θα την έστελναν στον Χουρσίτ πασά στην Ήπειρο που πολεμούσε τον Αλή πασά. Ήθελαν να μάθουν την τέχνη της μπαρούτης αλλά να τους έχουν και ομήρους για τυχόν έναρξη της επανάστασης.

 

Αυτό ωφέλησε πάρα πολύ την Ελληνική επανάσταση, γιατί όντως οι Δημητσανίτες έστειλαν επτά μπαρουξήδες, τον Νικόλα Λαμπάρδη, τον Ευθύμιο Πάλλα, τον Πολυχρόνη Παρασκευόπουλο, τον Παναγή Παρασκεύοπουλο, τον Γιάννη Κουτσούκο, τον Νικολή Πετρόπουλο και τον Παναγιώτη Μαλεβίτη, με οδηγίες να παρασκευάζουν μπαρούτη κακής ποιότητας. Στην μάχη του Βαλτετσίου (12 Μαΐου 1821), όπως είναι γνωστό οι Τούρκοι έπαθαν πανωλεθρία. Οι Τούρκοι το κατάλαβαν όμως οι μπαρουξήδες το απέδωσαν στο ότι η μπαρούτη χρησιμοποιήθηκε γρήγορα πριν προλάβει να ωριμάσει (χρειάζεται ορισμένος καιρός μετά την παραγωγή της για να ψηθεί, όπως ο μούστος).

 

Κατά τα χρόνια της επανάστασης εκτιμείται ότι 60 άτομα δούλευαν κάθε ημέρα στους μπαρουτόμυλους με μέσο όρο παραγωγή 350 οκάδες μπαρούτη.

 

 Στα απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη αναφέρεται:

 

«…. Επήραμε την βιβλιοθήκη της Δημητσάνας και άλλων μοναστηριών και εδέναμε φουσέκια. Μπαρούτη είχαμε, έκαμνε η Δημητσάνα του μπαρουτιού την υπόθεση την είχαν πάρει απάνω τους, τα αδέλφια Σπηλιωτόπουλοι, και δια να δουλεύσουν την μπαρούτη δεν επέρναμε πολλούς Δημητσανίτες εις το στρατόπεδο, τους αφήναμε δια αυτήν την δούλευσιν» (Κολοκοτρώνης, 1846, σελ. 73)

 

 Η Δημητσανίτικη μπαρούτη δεν τροφοδοτούσε μόνο τον Μοριά, αλλά υποστήριξε τον αγώνα των Ελλήνων και σε άλλες περιοχές, όπως, Ρούμελη, Θεσσαλία, νησιά ακόμη και την Χαλκιδική.

 

 Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός αναφέρει για την πολιορκία της Πάτρας: «εφόδια δε πολεμικά είχον εις αφθονίαν επειδή οι εκ Δημητζάνης Κύριοι Σπηλιοτώπουλοι, Νικόλαος και Σπύρος οίτινες επιστάτουν τους εκεί μπαρουτόμυλους, και διένειμον εις όλα τα στρατεύματα μπαρούτη άνευ πληρωμής, αλλά με μόνας αποδείξεις, δια να πληρωθούν εν καιρώ από το Γένος, αυτοί απέστειλον και προς τον Π. Πατρών ικανήν ποσότητα, ώστε εκείθεν οικονομούντο και οι Καλαβρυτινοί στρατιώται, πολλάκις δε και οι Γαστουναίοι και οι Βοστιτζιάνοι…» (Γερμανός, 1971, 34).

 

Το 1827 οι ορδές του Ιμπραήμ θέλησαν να πάνε και να καταστρέψουν τους μπαρουτόμυλους της Δημητσάνας, όμως οι Έλληνες είχαν λάβει τα μέτρα τους, ώστε να κρατήσουν τους μπαρουτόμυλους ζωντανούς. Για τούτο είχαν στελεχώσει την γύρω περιοχή ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, ο Πλαπούτας κ. ά. Ο ιερέας Παπαθανάσης ταμπουρωμένος με Δημητσανίτες στον λόφο της Αγίας Παρασκευής όταν πλησίασαν οι Τουρκοαιγύπτιοι  για να μπούνε στην Δημητσάνα έριξε μια μπαταριά και σκότωσαν τον επικεφαλής και τότε φώναξε: «Βάλτε φωτιά στις μίνες (υπόνομοι έτοιμοι για ανατίναξη)». Νομίζοντας οι Τουρκοαιγύπτιοι ότι η Δημητσάνα έχει υπονομευτεί με μπαρούτη αναχώρησαν φοβούμενοι μην τους ανατινάξουν όλους, κι έτσι γλίτωσε η Δημητσάνα και οι μπαρουτόμυλοι της.

 

Μετά την ανεξαρτησία οι μπαρουτόμυλοι δούλεψαν ως επί το πλείστον μπαρούτη για εμπορική χρήση (φουρνέλα, κυνήγι, βεγγαλικά), έλαβε μεγάλη ανάπτυξη και για 150 χρόνια περίπου η κύρια βιοποριστική ασχολία αρκετών οικογενειών στην Δημητσάνα.

http://assets.in.gr/dGenesis/assets/Content200/Photo/s-08.jpg

 

Οι Δημητσανίτες μπαρουξήδες μέχρι το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου ήταν και πωλητές της μπαρούτης. Αφού έφτιαχναν την μπαρούτη την φόρτωναν στα μουλάρια και την πουλούσαν στους εμπόρους ανά την Πελοπόννησο. Το εμπόριο της ήταν πολύ κερδοφόρο αλλά και επικίνδυνο, πάρα πολλοί ήσαν έμποροι μπαρούτης και δεν είχαν σχέση με την παραγωγή της. Το διαλάλημα στα πανηγύρια αλλά και η προέλευση έδιναν αξία στην μπαρούτη και η εμπορικότητα της ήταν αξεπέραστη.

 

 Ένα ατύχημα στα Σελά Τριφυλίας, έγινε όταν σ’ ένα από τα μουλάρια των εμπόρων που ήσαν φορτωμένα με σακιά μπαρούτης έγινε έκρηξη όπου σκοτώθηκε το μουλάρι και έπαθε σοβαρά εγκαύματα ο έμπορος της μπαρούτης, όπως ανακαλύφθηκε μετέπειτα στο χωριό κάποιος από λάθος πέταξε ένα τσιγάρο από κάποιο μπαλκόνι και έπεσε επάνω στην μπαρούτη που άρπαξε αμέσως φωτιά και έγινε το κακό.

 

 Η καλή ποιότητα λόγω της ειδικής τεχνικής και των αυστηρά επιλεγμένων υλικών που χρησιμοποιούσαν οι Δημητσανίτες μπαρουξήδες έκανε την Δημητσανίτικη μπαρούτη περιζήτητη και πανάκριβη.

 

 Από τότε λέγεται «Μπαρούτη Δημητσανίτικη», ακόμη και σήμερα ακούμε αυτή την φράση όπου χρησιμοποιείται και σαν παροιμιώδης φράση, όταν θέλουμε να πούμε ότι κάποιος έπαθε ζημιά από φωτιά λέγοντας: «Μπαρούτη Δημητσανίτικη».

 
 

Πρώτες ύλες

 

Η μπαρούτη είναι μηχανικό μείγμα νίτρου, θείου και ξυλάνθρακα. Το νίτρο είναι οξειδωτικό σώμα, δίνει το οξυγόνο, απαραίτητο για την καύση των δύο άλλων στοιχείων, του άνθρακα και του θείου.

 

α) Το νίτρο βασικό συστατικό της μπαρούτης επί τουρκοκρατίας λεγόταν τσιβερτιλέ(ς) είναι λευκή κρυσταλλική ουσία που μοιάζει με ζάχαρη, σαν ορυκτό βρίσκεται στην Αίγυπτο, την Περσία (Ιράν) και στις Ινδίες. (Οι ονομασίες βερτζιλές ή τσιβερτζιλές είναι παραφθορά της λέξης “guher- cile” (γκιουχερτζιλέ), που στα τουρκικά σημαίνει νίτρο.)

 

Οι Τούρκοι εκμεταλλεύονταν τα αποθέματα ορυκτού νίτρου των επαρχιών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, για να βγάζουν το αναγκαίο για την παραγωγή μπαρούτης νίτρο. Για την αγορά του νίτρου που θα κάλυπτε τις ανάγκες τους, είχαν μάλιστα επιβάλει σε πολλές περιοχές ειδικό φόρο, τον «γκιουχερτζιλέ αχτσεσί». η πληρωμή αυτού του φόρου στους Έλληνες προκαλούσε φρίκη διότι με τον φόρο τους και το υστέρημά τους χρησίμευε για την καταστροφή τους.

 

Επίσης το νίτρο βρισκόταν αναμιγμένο με την κοπριά των ζώων, και τα γαιώδη συστατικά τα βρίσκανε σε παλιά μαντριά και σε σπηλιές που στάβλιζαν για πολλά χρόνια γιδοπρόβατα.

 

Αυτοί που κατεργάζονταν το νίτρο στην Δημητσάνα τους έλεγαν «βοτανιαραίους».

 

Ο Λεωνίδας Αναγνωστόπουλος, δάσκαλος από την Βυτίνα κατέγραψε μια ανέκδοτη εργασία .

 

«Για να φτιάξουνε τη μπαρούτη, έπρεπε να έχουνε τον βερτιζιλέ. Ο βερτζιλές έβγαινε ως εξής:

 

Παίρνανε μεγάλα καζάνια, τα φορτώνανε στα ζά, παίρνανε ασκιά με νερό και πηγαίνανε σ’ άλλα μέρη που είχανε σπηλιές και μέσα κοιμόσαντε γίδια. Μαζεύανε τις γιδοκοπριές και τις βράζανε πολλές ώρες μέσα στα καζάνια. Με το πολύ βράσιμο, στο απάνω μέρος το καζάνι έπιανε ένα είδος άσπρης κορφής. Με κεψέδες μαζεύανε την άσπρη κορφή και την απλώνανε στον ήλιο να ξεραθεί. Η κορφή αυτή ήτανε ο βερτζιλές. Το κάτουρο και οι κοπριές των γιδιών περιέχουνε νίτρο και με το βράσιμο ξεχωρίζει. Ανακατεύανε κάρβουνο από ασφάκα, τειάφι και βερτζιλέ και φτιάχνανε το μπαρούτι που ήτανε πανάκριβο».

 

β) Το θείο, γνωστό μας θειάφι βρίσκεται στην επιφάνεια των ηφαιστειογενών πετρωμάτων είτε στα θειοχώματα. Στην Ελλάδα βρίσκουμε αξιόλογα θειοχώματα στην Μήλο, Νίσυρο, Σαντορίνη και Σουσάκι Κορινθίας.

 

γ) Ο ξυλάνθρακας είναι το γνωστό ξυλοκάρβουνο, χρησιμοποιείται στην παρασκευή της μπαρούτης με απανθράκωση (απουσία αέρος), ελαφρών ξύλων, όπως σπαρτιάς, ασφάκας, κλήματα, κλαδιά ελάτου κ.α.

 
 

Κτιριακές εγκαταστάσεις:

 

Ένα πλήρες συγκρότημα μπαρουτόμυλου περιλαμβάνει τα εξής.

 

α) τον κυρίως μπαρουτόμυλο, που ήταν πλίνθινο κτίριο κεραμοσκεπές, με χωμάτινο δάπεδο επιφανείας 20 τ.μ. περίπου. Μέσα υπήρχε ο εξοπλισμός του (άξονας φτερωτής, κοπάνια, χαβάνια) που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή της μπαρούτης, επίσης εξωτερικά του κτιρίου βρισκόταν η φτερωτή που δεχόταν την ορμή του νερού που έπεφτε από την κρέμαση και κινούσε τον μύλο.

 

β) Την χαμοκέλα (βοηθητικό κτίσμα), όπου αποθηκευόταν οι πρώτες ύλες, γινόταν η προετοιμασία της παρασκευής και εκτελούνταν μερικές παραγωγικές διαδικασίες.

 

γ) Τις  αποθήκες  της μπαρούτης που βρισκόταν μακριά για λόγους ασφαλείας. Οι αποθήκες ήταν πολλές, μικρές και μακριά η μία από την άλλη για να μην υπάρξει κίνδυνος  διαδοχικής ανατίναξης όλου του συγκροτήματος.

 

δ) Μικρό και πρόχειρο κτίσμα, που βρισκόταν αρκετά μακριά από τ’ άλλα όπου χρησιμοποιούνταν για μαγειρείο και τραπεζαρία των μπαρουξήδων.

 

Μια πυροστιά, ένας τέτζερης, και τα στοιχειωδώς απαραίτητα για το φαγητό τους.

 

ε) Ένα χαμόσπιτο με δυο – τρία κρεβάτια για να ξεκουράζονται και ν’ αλλάζουν τα ρούχα τους διαδοχικά οι μπαρουξήδες.

 

Απαγορεύονταν να έχουν φωτιά στα άλλα κτίρια, (σπίρτα τσακμάκια, πυριόβολους, στουρνάρια και ότι άλλο ήταν δυνατόν να βγάλει σπινθήρα.

 
 

Απαραίτητα εργαλεία των μπαρουξήδων

 

Οπωσδήποτε όλα τα εργαλεία των μπαρουξήδων ήταν ξύλινα για να μην προκαλούν σπινθήρες κατά την διαμονή και εργασία στο χώρο της εργασίας και αποθήκευσης.

 

α) Το φορητό καντάρι για την ζύγιση των υλικών.

 

β) Οι μεγάλες σκάφες για το ζύμωμα των πρώτων υλών και για το ξεχαβάνιασμα της μπαρούτης.

 

γ) Τα ξύλινα φορητά χαβάνια για την κονιοποίηση των υλικών.

 

δ) Τα κόσκινα, με διαφορετική διατομή για κάθε είδος μπαρούτης.

 

ε) Οι ξύλινες κουτάλες για το ξεχαβάνιασμα.

 

στ) Τα μικρά φτυάρια για την ανάμιξη των υλικών.

 

ζ) Οι χειρόβουρτσες για το σκούπισμα των χαβανιών και σκαφών.

 

η) Τα ξύλινα βαρέλια για την αποθήκευση των πρώτων υλών.

 
 

Συνήθεις τύποι της μπαρούτης

 

(α) Οι κόκκοι ήταν περίπου στο μέγεθος του στραγαλιού για τα φουρνέλα (σπάσιμο βράχων).

 

(β) Του κυνηγιού που μοιάζει με τους σπόρους του σουσαμιού.

 

(γ) Των βεγγαλικών που είναι σαν πούδρα.

 

Η δράση της μπαρούτης είναι πολύ ευαίσθητα στην γυμνή φλόγα. Με την τριβή και την κρούση αναφλέγεται και καίγεται ζωηρά με ταυτόχρονη παραγωγή μεγάλου όγκου αερίων. Η εκτόνωση των αερίων δίνει ενέργεια που, προκαλεί μεγάλο θόρυβο και στην περίπτωση πυροβόλου όπλου προκαλεί ταχύτατη ώθηση των βλημάτων, ενώ στα φουρνέλα την διάρρηξη σκληρών πετρωμάτων.  

 

1770 Οκτωβρίου 26 «… προ οκτώ ημερών το εδώ εργοστάσιον της πυρίτιδος, το οποίον απέχει εξ μίλια από την πόλιν, ανετινάχθη εις τον αέρα. Εφονεύθησαν περί τους 39 Τούρκους και Έλληνες, που ειργάζοντο εκεί…» (Ενετικό Προξενείο Θεσσαλονίκης).

 

Η μακρόχρονη απασχόληση με την πυριτιδοποιία στην Δημητσάνα αποδεικνύεται και από την ύπαρξη ονομάτων και τοπωνυμιών που παράγονται από την λέξη μπαρούτη. Η επωνυμία Μπαρουξής αποδίδεται στην Δημητσάνα, ήδη το 1768, σε προγόνους των Σπηλιωτοπουλαίων. Απόγονοί τους, που εγκαταστάθηκαν στο χωριό Δούκα της Ηλείας και ασχολήθηκαν με την πυριτιδοποιία, έλαβαν αργότερα το όνομα Μπαρουξής, ή Βαρουξής, το οποίο το συναντάμε στην Ηλεία μέχρι σήμερα. Στην Στεμνίτσα Γορτυνίας υπάρχει το όνομα Μπαρούτσας. Επίσης το όνομα Μπαρούνης, Μπαρουτάκης, Μπαρουτίδης, Μπαρουτσάκης, Μπαρούτσος, Μπαρούτσογλου, Μπαρούδης, Μπαρουξάκης, Μπαρουξιδάκης, Μπαρουτόπουλος, Μπαρουτιδάκης   και Μπαρούτης.

 

Αναφέρω μερικές παροιμίες, φράσεις ή παροιμιώδεις εκφράσεις που αναφέρονται στην μπαρούτη:

Δεν κάνει η φωτιά με την μπαρούτη.

Φωτιά και μπαρούτη.

Μπαρούτη Δημητσανίτικη .

Ή τσιγάρο ή μπαρούτι.

Βρωμάει μπαρούτι.

Έγινε μπαρούτι.

Μπαρουτιάστηκα.

Είναι μπαρουτιασμένος.

Είναι μπαρουτοκαπνισμένος.

Αυτός παντρεύει την φωτιά με το μπαρούτι.

Σαν θέλει ο μπαρουξής στο κονάκι του δεν ζυγώνεις.

Μπροστά πάει ο λαγουμιτζής και πίσω ο μπαρουξής.

Όποιος σπέρνει μπαρούτι θερίζει μαυρίλα.

Του έκανε το μυαλό μπαρούτι και την καρδιά κατράμι.

Μπαρούτι μαζεύεις Ντίνο μου; Μια μέρα θα σε κάψει.

Μπαρούτι σε ζουρλό μην πουλάς, γιατί θα σε κάψει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Γιανναροπούλου Ιωάν. (Μπαρούτη – μπαρουτόμυλοι Δημητσάνας, πρακτικά Β΄ συνεδρίου Πελοποννησιακών σπουδών τ. Γ΄, Αθήνα 1981 – 82).

2) Αναγνωστόπουλος Γ. Ν. Τεχνολογία εκρηκτικών υλών και πυρίτιδων, Αθήνα 1960.

3) Μαλτσινιώτης Γ. Ιδιόχειρες σημειώσεις. Ιστορικόν ιδρύσεως της Εταιρείας «Ελληνικού πυριτιδοποιείου και καλυκοποιείου, Αθήνα 1917.

4) Μπιτούνης Γιάννης, Η μπαρούτη της Δημητσάνας, Αθήνα 1989.

Σιμόπουλος Κυριάκος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα (1700 – 1800), Αθήνα 1983.

5) Χρυσανθακόπουλος Γ. Α., Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας, Αθήνα 1950.

6) Σήφακας Αντώνης, Τα χαράτσια της Τουρκοκρατίας, Οικονομικός Ταχυδρόμος  Αθήνα 1985.

7) Σπηλιωτόπουλος Β. .Η πυριτιδοποιεία της Δημητσάνης και η συμβολή της κατά την επανάσταση του ’21,  Αθήνα 1978.

8) Ayalon D., Gunpowder and Firearms in the Mamluk Kihgdon, London 1978.

9) Κανδηλώρος Τάκης, Η Γορτυνία, Αθήνα 1898.

10) Crocker G., The Gunpowder Industry, Shire Puplications L.T.D., 1986.

11) Hogg I.V., The Illustrated Encyclopedia of Ammunition, 1985.

12) Προσωπικές μαρτυρίες και καταγραφές.

Στατιστικά Μετρητές

Χρήστες
230
Άρθρα
918
Εμφανίσεις Άρθρων
12443934

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 171 επισκέπτες και κανένα μέλος

S5 Accordion Menu

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

S5 Box

Login

Register

Δημοφιλή άρθρα