Βιβλία
  • Εγγραφή

Η Βυζαντινή - Μεταβυζαντινή Μονή της Αγίας ΤριάδαςΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ –ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΜΥΡΡΙΝΙΟΝ ΜΑΝΔΡΑ – ΚΟΥΝΤΟΥΡΑ - ΑΤΤΙΚΗΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ - ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ – ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ

ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ Α. ΜΟΥΖΑΚΗ ( Ο  κ. Στ. Μουζάκης είναι ιδρυτικό μέλος του συλλόγου "Ωλονός")

 

Τα τελευταία χρόνια γίνονται φιλότιμες προσπάθειες να αναστηλωθούν τα Ιερά εξωκκλήσια όπως και οι μεγάλες και μικρές Ιερές Μονές ώστε να διασωθεί και να συνεχισθεί η πολύτιμη παρουσία τους. Μία από τις μικρές αυτές Ιερές Μονές είναι και η Ι. Μονή Αγίας Τριάδος στο όρος Πατέρας, στην περιοχή οπου ονομάζεται Μυρρίνη. Ο συγγραφεύς της παρούσης μελέτης και ιστορικός ερευνητής πολιτισμών κ. Στέλιος Μουζάκης ανέλαβε ένα κοπιώδη αγώνα για την συγκέντρωση και καταγραφή με τρόπο μεθοδικό, της ιστορίας, της αρχιτεκτονικής και της τέχνης της εν λόγω Ι. Μονής, για το καλό της επιστήμης και την ανάγνωση υπό πολλών.

   Είναι γενικά αποδεκτό ότι η μελέτη ενός χριστιανικού μνημείου μπορεί να προσφέρει σημαντική βοήθεια στην αξιολόγηση, την ευρύτερη παρουσίαση, την τουριστική προβολή και όχι μόνον του ανεκτίμητου και ανεξερεύνητου, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, θησαυρού της εθνικής μας ιστορίας, της φυλετικής μας ζωής, αλλά και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Την επίτευξη αυτών των στόχων επιδιώκει η συγκεκριμένη μελέτη για την άγνωστη στη σχετική βιβλιογραφία μονή της Αγίας Τριάδας. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται το γεωφυσικό ανάγλυφο της ευρύτερης περιοχής της Μεγαρίδας του χώρου μέσα στον οποίο κτίστηκε και αναπτύχθηκε η βυζαντινή μονή της Αγίας Τριάδας. Δίδονται τα σημαντικότερα ιστορικά στοιχεία, οι συνθήκες που ανέτρεπαν ή και διαμόρφωναν διάφορες ιστορικές μεταλλαγές ως και οι γενικότερες επιπτώσεις που αυτές επέφεραν στη πολιτιστική της φυσιογνωμία. Σημαντικότερη αναγνωρίζεται, μεταξύ των άλλων, η εποχή της Δ΄ Σταυροφορίας η οποία θεωρείται ως η απαρχή δημιουργίας καινούργιων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών.

 

Αλλά και η εγκατάσταση στην Αττική, κυρίως στην πεδιάδα των Μεσογείων, στα περάσματα προς τη Βοιωτία και προς την Κορινθία, των Αρβανιτών, οι οποίοι διαμόρφωσαν στους νέους οικισμούς της υπαίθρου χώρας τους οποίους δημιούργησαν, έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Επισημαίνονται μέσα από μια πλούσια βιβλιογραφία, τα υπάρχοντα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία στην ευρύτερη περιοχή και στο δήμο Μάνδρας ειδικότερα. Αναλύεται διεξοδικά η συμβολή των χριστιανικών μνημείων στη γενικότερη ιστορική έρευνα της περιοχής, μέσα από τις τυπολογικές, μορφολογικές και εικονογραφικές παρατηρήσεις των εκκλησιών και των τοιχογραφικών συνόλων τους, τις αγιολογικές και αφιερωτικές επιγραφές αλλά και τα χαράγματα ή τα ακιδογραφήματα τα οποία ενίοτε διασώζουν, Επισημαίνεται ότι σε πολλές περιπτώσεις συναποτελούν και συγκροτούν τις μοναδικές μαρτυρίες για την παρουσία, την οικονομική κατάσταση αλλά και την κοινωνική, εθνολογική διαστρωμάτωση των κατοίκων συγκεκριμένου οικισμού και βέβαια του κοντινού των χώρου, μέσα στην ήδη διαμορφωμένη ελληνική κοινωνία. Αναλύεται διεξοδικά το τοπωνύμιο Μυρρίνιον ως φυτώνυμο όπως πολλά από τα τοπωνύμια της Αττικής γης, τα οποία έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο γενικότερα στη γεωγραφική ονοματολογία και τοπογραφία. Μυρσίνη ή Μυρρίνη είναι η γνωστή μας μυρτιά. Ακόμη συνδέονται οι αρχαιολογικές μαρτυρίες και τα υπάρχοντα ερείπια των κλασσικών χρόνων στη γύρω περιοχή. Στο δεύτερο μέρος επισημαίνεται η σχέση του μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτη (1182-1204) με την παλαιότερη υπάρχουσα στην ίδια θέση βυζαντινή μονή και ταυτίζεται για πρώτη φορά από τα υπάρχοντα μέσα στη μονή αρχιτεκτονικά λείψανα, με την αναφερομένη σε δύο επιστολές του Χωνιάτη, λίγο προτού αυτός εγκαταλείψει την Αθήνα κατά το 1204, άγνωστη από άλλη πηγή, μονή του Μυρρινίου. Περιγράφεται ο σωζόμενος μοναστηριακός περίβολος και μελετάται τυπολογικά και μορφολογικά το υπάρχον καθολικό που φέρει τρούλο και το οποίο στη σημερινή του μορφή έχει σχήμα ελεύθερου σταυρού με άνισα τα μήκη των κεραιών του. Το ανατολικό τμήμα, ιερό και τέμπλο, του οποίου όμως ανήκει στη δεύτερη φάση ανέγερσης της μονής και είναι το μόνο τμήμα όπου υπάρχουν τοιχογραφίες . Μελετώνται διεξοδικά εικονογραφικά και τεχνοτροπικά οι τοιχογραφίες του ιερού και του κτιστού τέμπλου (φωτ.6-19), επισημαίνεται η επαφή του ζωγράφου και του συνεργείου του με εργαστήρια της σχολής της βορειοδυτικής Ελλάδας, δικαιολογείται η παρουσία του πιθανόν διαμέσου των μετακινήσεων των κτηνοτρόφων και αποκαλύπτεται για πρώτη φορά το όνομα του ζωγράφου. Είναι ο Άνθιμος ο μοναχός ο οποίος όπως σημειώνει, τελείωσε την εικονογράφηση του παλαιού καθολικού στις 18 Απριλίου 1671. Στο τρίτο μέρος παρουσιάζονται και μελετώνται τα κτίσματα του περιβόλου και εκτενέστερα οι βυζαντινές κινστέρνες, δεξαμενές νερού, που σώζονται σε ερείπια κάτω από το παρεκκλήσιο του Αγίου Χαραλάμπους (σχ.1-2, φωτ.1-2). Ακόμη αναλύονται τα πολυπληθή μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη που εντοπίστηκαν στο γύρω χώρο της μονής διάσπαρτα ή και εντοιχισμένα στους τοίχους του καθολικού, τα οποία αποδεικνύουν στην ίδια θέση την λειτουργία μονής κατά τον 11ο -12ο αιώνα και κλείνει με την καταστροφή της το πιθανότερο από σεισμό στις αρχές του 15ου αιώνα. Στα ερείπια των κινστερνών στα τέλη του 14ου αιώνα ή στις αρχές του 15ου αιώνα κτίζεται το παρεκκλήσιο του Αγίου Χαραλάμπους. Λίγο αργότερα κατά τη δεύτερη περίοδο ανάπτυξης της μονής κτίζεται πάνω στα ερείπια του παλαιού το νέο καθολικό και τα λίγα κελιά στα βορινά, πιθανόν κατά τα τέλη του 15ο-16ο αιώνα. είναι άλλωστε η χρονική περίοδος κατά την οποίαν σημειώνεται και η μεγάλη οικιστική και οικονομική ανάπτυξη του χώρου της Αττικής. Κατά τους χρόνους της Ελληνικής επανάστασης του 1821 φαίνεται ότι καταστράφηκαν τα κελιά, αλλά διασώθηκε το καθολικό. Στο τέταρτο μέρος καταγράφονται και μελετώνται τα φυλασσόμενα στα δημόσια αρχεία έγγραφα. Επισημαίνονται οι υπάρχουσες σε αυτά πληροφορίες, αναλύονται οι καταγραφές τους, ερμηνεύονται οι θετικές και αρνητικές σχέσεις με τη μονή αυτών οι οποίοι ανέλαβαν τη διαχείριση της περιουσίας της, όπως λ.χ. του ηγούμενου Νικολάου Ντέντε, στον οποίον δόθηκε η επικαρπία της μονής ως ανταμοιβή των υπηρεσιών του στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821. Εντοπίζονται για πρώτη φορά τα μη καταγραμμένα και αναφερόμενα αορίστως στα έγγραφα, ακίνητα της μονής, όπως λ.χ. τα αμπέλια αλλά και πιθανόν νερόμυλος, ο οποίος ίσως θα μπορούσε να ταυτιστεί με μύλο ευρισκόμενο στον Ασωπό ποταμό. Κλείνοντας επισημαίνεται, ότι και τα χριστιανικά μνημεία θα ήταν δυνατό, παράλληλα με την επιβεβλημένη προβολή των διαφόρων αρχαιολογικών χώρων ή μνημείων ενδεικτικών διαφόρων ιστορικών εποχών ή και περιοχών ιδιαιτέρου κάλλους, να αποτελέσουν εντασσόμενα ταυτόχρονα σε προγράμματα, μιαν ακόμη σημαντική όσο και αναπτυξιακή πηγή, πρόκληση ενδιαφέροντος, για την τουριστική, οικονομική και βέβαια την πολιτιστική ανάπτυξη και αξιοποίησή τους, προς όφελος των κατοίκων του κάθε δήμου χωριστά, αλλά και των κατοίκων της Αττικής, γενικότερα. Επιπλέον εκμετάλλευση των δυνατοτήτων των πολυμέσων θα μπορούσε να προσφέρει μιαν ακόμη σημαντική βοήθεια στην αξιολόγηση και την ευρύτερη τουριστική προβολή της περιοχής.

ISBN: 960-87661-4-3

http://www.dimofon.gr

Στατιστικά Μετρητές

Χρήστες
230
Άρθρα
918
Εμφανίσεις Άρθρων
12443733

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 82 επισκέπτες και κανένα μέλος

S5 Accordion Menu

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

S5 Box

Login

Register

Δημοφιλή άρθρα