Καπεταναίοι του Ωλονού και της Κάπελης
  • Εγγραφή

 

Ο Ασημάκης Μπαλάσκας κατάγονταν από το χωριό Κλειντιά (Κλεινδιά) του σημερινού δήμου Ωλένης. Ο πατέρας του και ο παπούλης του, εξασκούσαν το επάγγελμα του μυλωνά για πολλά χρόνια. Η μάνα του κατάγονταν από το χωριό Αντρώνι και ήταν κόρη του Νιόνιου Σίνου, γόνος μιας μεγάλης οικογένειας που διέπρεπε στο Αντρώνι.

 

Οι Σιναίοι ήσαν πολυμαθείς τεχνίτες και είχαν αναλάβει να επισκευάζουν όλους τους μύλους της ευρύτερης περιοχής, για λογαριασμό των Λαλαίων Τούρκων. Η φήμη τους, είχε εξαπλωθεί, σ’ ολόκληρη την Ηλεία, Αρκαδία και Αχαΐα. Πέραν από τις επισκευές των μύλων που είχαν αναλάβει επισήμως από τους Τούρκους, και κατασκεύαζαν ή επισκεύαζαν οτιδήποτε εργαλείο υπήρχε στην περιοχή, αρχής γενομένης από όπλα μέχρι και ωρολόγια.

 

Στο χωριό Κλειντιά, πήγαιναν αρκετές φορές να επισκευάσουν τον μύλο του  Ζήσιμου Μπαλάσκακαι να τροχίζουν τα λιθάρια. Εκεί γνώρισαν το μοναχοπαίδι του, τον Αντρίκο και του έκαναν προξενιό, για την αδερφή τους την Φροσύνη. Ο Αντρίκος δέχθηκε το προξενιό και έπειτα από λίγο καιρό έγινε και ο γάμος. Ο  Αντρίκος με την Φροσύνη, απόχτησαν τρία παιδιά, την Μαριγούλα, τον Ασημάκη, και τον Χαρίλαο.

Μια καλοκαιρινή ημέρα, όταν ο Χαρίλαος θα ήταν κάπου δέκα χρονών, ο Αντρίκος με τον Χαρίλαο είχαν κατεβάσει τα γίδια στο λαγκάδι να πιουν νερό και να σταλίσουν για μεσημέρι. Μόλις πήγανε στο μύλο για φαγητό, ακούσανε ψηλά να απανωτά αστραπόβροντα. Αφήσανε το φαγητό στην μέση και σηκώθηκαν με βιαστικές κινήσεις, να πάνε να βγάλουν τα γίδια από το ρέμα, φοβούμενοι την κατεβασιά. Δεν πρόλαβαν να φθάσουν στον στάλο και άκουσαν ένα βουητό μέσα στην λαγκαδιά. Κατάλαβαν ότι έρχεται κατεβασιά και τρέξανε να σώσουν τα γίδια που σταλίζανε αμέριμνα. Στην προσπάθεια να εκδιώξουν τα γίδια από το ρέμα, αυτά αφήνιασαν και σκόρπισαν προς όλες τις κατευθύνσεις.

 

Ο Χαρίλαος χωρίσθηκε από τον πατέρα του, προσπαθώντας να γυρίσει πίσω μια κοπή που πέρασε στην απέναντι πλευρά του λαγκαδιού. Ο πατέρας του, φώναζε να φύγει από το λαγκάδι και να τα παρατήσει. Ο Χαρίλαος από την βουή της κατεβασιάς, δεν άκουγε και προσπαθούσε να τα περάσει προς την όχθη που ήταν ο πατέρας του. Το νερό είχε φουσκώσει αρκετά. Μερικά γίδια μετά από την πίεση του Χαρίλαου πέσανε μέσα στο ποτάμι και τα παρέσυρε το νερό. Ο Χαρίλαος βλέποντας να πνίγονται τα γίδια, βούτηξε μέσα στα ορμητικά και θολά νερά να τα γλιτώσει. Τα ορμητικά νερά του λαγκαδιού τον παρέσυραν. Ο Αντρίκος βλέποντας το παιδί του να κινδυνεύει, όρμισε και αυτός μέσα στα νερά προσπαθώντας να φθάσει το παιδί του και να το γλιτώσει.

 

Όμως ήταν αδύνατον να δαμάσει τα ορμητικά νερά, τα οποία κουβαλούσαν, ξύλα και τεράστιες πέτρες. Κάποιο ξύλο τον χτύπησε και μη μπορώντας ν’ αντιδράσει αφέθηκε στις δυνάμεις της αγριεμένης φύσης. Ο Χαρίλαος και αυτός δεν είχε καλλίτερη τύχη, πνίγηκε πιο κάτω, παρασυρμένος από τα νερά.

 

Ένας τσοπάνης πιο πάνω είδε όλα όσα συνέβησαν, όμως δεν μπορούσε να επέμβει και να βοηθήσει. Έφυγε τρέχοντας και πήγε στο σπίτι του Αντρίκου και ανέφερε το συμβάν. Όλοι τότε από το χωριό έτρεξαν με σχοινιά προς την κοίτη του λαγκαδιού, αλλά ήταν πλέον αργά, δεν βρήκαν τίποτα. Μετά από τρεις ημέρες εντόπισαν τα δύο πτώματα στις όχθες, επάνω στις στρόκλες του λαγκαδιού.

 

Μετά από αυτό το συμβάν ο Ασημάκης κάπου δεκάξι χρονών κλήθηκε ν’ αναλάβει την οικογένεια που απόμεινε. Μετά από δυο χρόνια πάντρεψε την Μαριγούλα στο Γούμερο και έκτοτε έμεινε μόνος του με την μάνα του στο μύλο, εξασκώντας το επάγγελμα του μυλωνά.

 

              Μια φορά τον Σεπτέμβρη, είχε πάει στο πανηγύρι στο Βάλαγκα, ν’ αγοράσει ένα άλογο για τις ανάγκες του μύλου. Οι Τούρκοι κάνοντας περιοδεία εκείνες τις ημέρες στους μύλους της περιοχής, πέρασαν και από τον μύλο του Ασημάκη. Εκεί βρήκαν την μάνα του να φουρνίζει ψωμί. Της ζήτησαν να τους φορτώσει όλο το αλεύρι που είχε στον μύλο, για να το πάρουν. Αυτή τους είπε, ότι είναι από το δικό της αξάι και δεν τους το δίνει. Χωρίς άλλη κουβέντα, ένας Τούρκος την πλησιάζει και την χτυπάει στο πρόσωπο, εκείνη δίχως να χάσει χρόνο, αρπάζει ένα δαυλί από τον φούρνο και το καρφώνει στο πρόσωπο του, πιέζοντάς το, για αρκετά δευτερόλεπτα. Ο Τούρκος έπεσε κάτω, βάζοντας τα χέρια στο πρόσωπο, φωνάζοντας από τον πόνο. Μια ντουφεκιά ακούστηκε από κάποιον άλλο Τούρκο και η Φρόσω έπεφτε νεκρή στο έδαφος, κρατώντας ακόμη το δαυλί στον Τούρκο που σπάραζε από τους πόνους. Οι Τούρκοι παρά την αναπάντεχη αντίδραση της Ρωμιάς, την έσφαξαν και έκοψαν το κεφάλι της. Φόρτωσαν όλα τ’ αλεύρια και ότι άλλο τους χρησίμευε, έβαλαν φωτιά στο σπίτι και έφυγαν κατευθυνόμενοι προς το Λάλα.

 

Οι Κλεινδιώτες βλέποντας την φωτιά κάτω στον μύλο κατέβηκαν όλοι να βοηθήσουν για να την σβήσουν. Όταν έφθασαν κάτω βρήκαν τον Τούρκο καψαλισμένο στο πρόσωπο και την Φρόσω ακέφαλη. Κατάλαβαν τι είχε γίνει. Η φωτιά σχεδόν είχε κατακάψει ολοσχερώς το σπίτι και τις αποθήκες, εκτός του μύλου.  Τότε έστειλαν ένα νεαρό να πάει στου Βάλαγκα να ειδοποιήσει τον Ασημάκη, να επιστρέψει, χωρίς να του πούνε την αλήθεια.

 

Όταν έφθασε ο Ασημάκης, τα έχασε δεν ήξερε τι να κάνει. Ένας συγγενής του τον πήρε στο χωριό κοντά του, να τον ηρεμήσουν, πριν προβεί σε αντίποινα, που ίσως θα κατάληγε και αυτός στην ίδια μοίρα με την μάνα του.

 

Από το Βάλαγκα είχε αγοράσει ένα γυαλιστερό καρό άλογο, περίπου δυό χρονών. Κάθε ημέρα το καβάλαγε ανέβαινε στο Μποτίνι και χανότανε στο αχανές της Κάπελης. Πότε έκανε ιππασία στο δάσος, πότε αγνάντευε στο Λάλα, κανείς όμως δεν ήξερε τις προθέσεις του. Μερικοί νόμιζαν ότι τα είχε χάσει τα λογικά του και περιφερόταν σαν χαμένος. Κάποια ημέρα, κατέβηκε στο Γούμερο και κουβέντιασε με την αδελφή του την Μαριγούλα,. Φεύγοντας από το χωριό, αγόρασε καμιά  πεντακοσαριά οργιές τριχιές.

 

Επιστρέφοντας στο χωριό του, πήγε στους συγγενείς και στον προεστό του χωριού και τους είπε ότι φεύγει για μακριά και δεν θα ξαναγυρίσει πίσω. Ο προεστός του χωριού του ζήτησε να μεριμνήσει για το θέμα του μύλου. Αυτός τους είπε ότι δεν τον θέλει πλέον και ας πράξουν καθώς νομίζουν. Ο Ασημάκης καβάλησε τ’ άλογό του και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Ο προεστός του χωριού ειδοποίησε τον αγά στο Λάλα ότι ο Ασημάκης αποχώρησε και πρέπει να διευθετήσει τον μύλο. Ο αγάς έπειτα από λίγες ημέρες έστειλε ένα έμπιστό του, με τέσσερις καβαλαραίους, συνοδεία για ασφάλεια, να διευθετήσει το θέμα του μύλου. Οι Τούρκοι προχώρησαν στο Κλεινδιά και εφόσον διευθέτησαν τον μύλο, κάθισαν με τους προεστούς φάγανε, ήπιανε και αργά το απόγευμα μισοζαλισμένοι από το κρασί, καβάλησαν τα άλογά τους να επιστρέψουν στο Λάλα.

 

Ο Ασημάκης κρυμμένος στο Μποτίνι γνώριζε περί της διευθέτησης του μύλου και περίμενε τον εντεταλμένο του αγά με την συνοδεία του να επιστρέψουν από το χωριό. Όταν τους είδε να πλησιάζουν προς το Μποτίνι, έβαλε σε ενέργεια ένα παράτολμο πρωτοφανές σχέδιο που είχε σκαρφιστεί.

 

Είχε χαλουπώσει για τα καλά, όταν οι μπήκαν οι Τούρκοι στο δάσος, ο Ασημάκης, βγήκε μπροστά τους, καβάλα στ’ άλογό του, άρχισε να τους βρίζει με ακατονόμαστες λέξεις και πυροβόλησε κατά επάνω τους. Οι Τούρκοι ανυποψίαστοι, και μη γνωρίζοντας ποιος είναι αυτός ο καβαλάρης, καθώς είχαν έρθει στο τσακίρ κέφι, θεώρησαν μεγάλη προσβολή και σπιρούνισαν τα άλογά τους να τον κυνηγήσουν, αγνοώντας τον κίνδυνο του δάσους και του σκότους. Ο Ασημάκης προχωρούσε με αργό ρυθμό με το άλογό του μέσα στο πυκνό του δάσους. Οι Τούρκοι πλησίασαν αρκετά και τον πυροβολούσαν απανωτά. Όταν τον έφεραν σε απόσταση βολής, ο Ασημάκης σπιρούνισε τον καρά του και έτρεχε σκυμμένος επάνω στην σέλλα του, για ν’ αποφύγει τα βόλια των διωκτών του. Σε κάποια στιγμή γυρίζει πίσω και βλέπει τους Τούρκους σε πολλή κοντινή απόσταση, σταματάει επί τόπου και τους έκανε άσεμνες κινήσεις. Οι Τούρκοι τον κοίταζαν με μίσος, όμως καθώς πλησίαζαν με μεγάλη ταχύτητα, σε μηδενικό χρόνο βρέθηκαν και οι πέντε στο έδαφος. Ο Ασημάκης δίχως να χάσει χρόνο, πισωγυρίζει το άλογο και με το γιαταγάνι του, καθώς ήσαν και οι πέντε στο έδαφος κτυπημένοι, από ένα αόρατο χέρι, τους έσφαξε πριν προλάβουν ν’ αντιδράσουν.

 

Τι είχε γίνει;

 
 

Ο Ασημάκης είχε δέσει την τριχιά τεντωμένη από δένδρο σε δένδρο σε μεγάλη απόσταση στο ύψος ενός καβαλάρη. Μόλις πλησίασε αυτός έσκυψε προφανώς να καλυφθεί από τα βόλια των Τούρκων, και καθώς είχε σουρουπώσει, οι Τούρκοι δεν διέκριναν την τριχιά και καθώς έτρεχαν, όταν ήλθαν σ’ επαφή, η αντίσταση της τριχιάς τους έριξε στο έδαφος, ενώ τα άλογα συνέχισαν τον ξέφρενο καλπασμό τους μέσα στο δάσος. Γυρίζοντας πίσω ο Ασημάκης πριν προλάβουν να συνέλθουν τους κατάσφαξε, χωρίς κανένα δισταγμό. Με τον τρόπο τους του οδήγησε εκεί που είχε στήσει την αναπάντεχη παγίδα του, δίχως να υποψιαστούν τι τους είχε προετοιμάσει ο πανούργος και ανδρείος νεαρός Κλεινδιώτης.

Λίγο πιο κάτω τα άλογα σταμάτησαν, ο Ασημάκης πήγε τα έπιασε και τα έφερε κοντά, στην συνέχεια έκοψε τα κεφάλια των Τούρκων και τα έβαλε στα δισάκια τους, μαζί και ένα γράμμα. Έπειτα τα κρέμασε στα άλογά τους, και στη συνέχεια, δίχως να βιάζεται, έδεσε το ένα άλογο πίσω από το άλλο και μέσα στο σκοτάδι τα κατέβασε στον Λαλέϊκο κάμπο. Μόλις έπιασε την δημοσιά, τα χτύπησε και τα προώθησε προς το Λάλα, ενώ αυτός εξαφανίσθηκε μέσα στο σκοτάδι.

 

Όταν τα άλογα φθάσανε στο Λάλα, έγινε μεγάλος αναβρασμός και θρήνος. Οι Τούρκοι λυσσάξανε από το κακό τους, αυτό δεν το περίμεναν. Η πρόκληση δεν είχε όρια. Σε σύσκεψη που έγινε στο σαράγι την άλλη ημέρα αποφάσισαν να μην προβούν στ’ ανάλογα αντίποινα. Μόνο επικήρυξαν τον Ασημάκη με ένα σεβαστό ποσόν. Ο Ασημάκης, προνοώντας με το γράμμα του, είχε αναλάβει όλη την ευθύνη της δολοφονίας, ως αντίποινα για τον θάνατο της μητέρας του, διαμηνύοντας συνάμα, ότι θα επακολουθήσει και συνέχεια αν πειράξουν τους αθώους κατοίκους των γύρω χωριών.

 

Ο Ασημάκης είχε σχεδιάσει ολόκληρη την επιχείρηση, με μεγάλη επιμέλεια και δεν είχε αφήσει κενά, ώστε ν’ αποτύχει, αλλά και να διακινδυνεύσει να τον συλλάβουν ή και να τον σκοτώσουν.

 

Μετά από την επιτυχία αυτής της επιχείρησης, ο τόπος δεν τον χωρούσε άλλο. Αν έμενε σίγουρα μια μέρα θα έπεφτε νεκρός από τα βόλια των Τούρκων ή κάποιων άλλων υμετέρων. Καβάλησε τον καρά του και κίνησε για τον Ωλενό, να βρει τον συγγενή του Γιάννη Γιαννιά που διαφέντευε σ’ ολόκληρο τον Ωλενό.

 

Την άλλη ημέρα έφθασε στα λημέρια του Γιαννιά, χωρίς ν’ αναφέρει τίποτα περί του επεισοδίου και με συνοπτικές διαδικασίες, προσκόλλησε στον ταϊφά του. Μετά από μια εβδομάδα περίπου ο Γιαννιάς πληροφορήθηκε για το συμβάν με τον Ασημάκη και τον κάλεσε να του δώσει τις ανάλογες εξηγήσεις περί του επεισοδίου. Ο Ασημάκης του εξιστόρησε όλη την αλήθεια και το σχέδιο που κατάφερε και έριξε στην παγίδα και εξόντωσε τους Λαλαίους. Ο καπετάνιος τον συνεχάρη, δια την ανδρεία, την εξυπνάδα, αλλά και την μετριοφροσύνη του, λόγω του ότι δεν μαρτύρησε τίποτα σε κανένα καθώς έφθασε στα λημέρια, διότι δεν ήθελε δάφνες και γόητρα.

 

Ο Γιαννιάς τον έχρισε πρωτοπαλίκαρο του και από εκείνη την ημέρα δεν αποχωρίσθηκαν μέχρι του θανάτου, του Ασημάκη.

Normal 0 false false false EL X-NONE X-NONE MicrosoftInternetExplorer4

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο: «Ο Γιάννης & Γιώργης Γιαννιάς ~ Οι σταυραετοί του Ωλενού», του Ηλία Π. Τουτούνη, & Κώστα Παπαντωνόπουλου.

 

 

 
Α/Α Άρθρου: 340
Κατάσταση Δημοσιευμένο/α
Εμφανίσεις 1747
Αναθεωρημένο 21 Φορές
Δημιουργήθηκε Δευτέρα, 07 Δεκέμβριος 2009 08:12
Τροποποιήθηκε Σάββατο, 13 Νοέμβριος 2010 14:53
 
 
 

S5 Accordion Menu

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Στατιστικά Μετρητές

Χρήστες
51
Άρθρα
908
Εμφανίσεις Άρθρων
12622471

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 277 επισκέπτες και ένα μέλος

S5 Box

Login

Register

Δημοφιλή άρθρα