Λαογραφικές ιστορίες
  • Εγγραφή

Το τυροκομείο του Γιαννακόπουλου στη Χαραυγή Αχαΐας

ΤΟ ΧΑΝΙ ΤΟΥ ΤΡΙΑΝΤΟΥ ΚΙ Η ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ

Η όμορφη Ζαχάρω, χατζίνα, από δέκα οχτώ χρονών, κόρη ενός τσαμπάση, παντρεμένη εδώ και εφτά χρόνια περίπου, αφοσιωμένη καθάριζε τ' αχούρι (στάβλος) τραγουδώντας, Όταν ένοιωσε πίσω της κάποιο χέρι να της χαϊδεύει την πλάτη, κάτι ξεχασμένο και απρόσμενο από τον γέρο πια άντρα της Τριάντο. Πριν ακόμη κοιτάξει καν πίσω ένοιωσε κάποιο γλυκό μούδιασμα και αφέθηκε στην φαντασία της κλείνοντας τα μάτια της.

-Ζαχάρω!!! έέέέ... μωρ' Ζαχάρω!!! Ακούστηκε η διαπεραστική και στριγκλιάρα φωνή του Τριάντου από την βρύση που έτρεχε άφθονο νερό δίπλα από το χάνι.

Τώρα το μούδιασμα, από γλυκό σαν όνειρο που της φάνηκε αρχικά, την πάγωσε σαν να πέρασε κάποιο φίδι μέσ' από τον κόρφο της.

Ανοίγοντας τα μάτια της και γυρίζοντας απότομα πίσω της είδ' ένα νεαρό που μόλις θα είχε πατήσει τα δέκα οχτώ, όμορφο σαν άγγελο να στέκεται δίπλα της και να την κοιτάζει στα μάτια της αμήχανα.

Η Ζαχαρούλα άφωνη, σχεδόν άγαλμα, δεν πίστευε στα μάτια της, φαίνεται τ' όνειρο της να συνεχιζότανε ακόμα.

- Ζαχάρωω... έ μωρ' Ζαχάρωω..., ακούστηκε πάλι η φωνή του Τριάντου.

Ο Τριάντος, ο άντρας της γύρω στα πενήντα πέντε, πρόωρα γερασμένος, ατημέλητος, αφημένος στον χρόνο και στην μοίρα του και δεμένος από μικρό παιδάκι με το χάνι, πότιζε το περιβόλι χωμένος μέσα στη λάσπη. Αξύριστος σαν αγρίμι μισομερωμένο, περιφερόταν τριγύρω στο χάνι, αφοσιωμένος στην ερημήτικη ζωή του, χρόνια τώρα.

- Έρχομαι!!! Τριάντο μου, έρχομαι.

- Έλα να ποτίσεις τ' άλογο, μωρή... Ζαχάρω!!!.

Η Ζαχαρούλα με γρήγορες κινήσεις, έδειξε του παλικαριού ότι έπρεπε να παραμείνει μέσα στο στάβλο και να περιμένει μέχρι να επιστρέψει, κι' ούτε καν τον ρώτησε, πως τον λένε.

Βγήκε έξω σκουπίζοντας τον ιδρώτα που έτρεχε από το πρόσωπο της προσπαθώντας να δείξει κάποια σχετική ηρεμία, και με αργά βήματα προχώρησε προς τ' άλογο, ένα καρό (μαύρο) βαρβάτο άλογο δυόμισι χρονών περίπου, που έλαμπε η τρίχα του στον ήλιο, λες και το είχες περάσει με λάδι, ήταν λίγα μέτρα πιο πέρα δεμένο κάτου από το πανύψηλο πλατάνι.

Ήταν περίπου μεσημέρι ο ήλιος έκαιγε και ο Τριάντος μάζεψε τα σύνεργα του και τράβηξε προς το χάνι για δροσιά και για λίγη ξεκούραση.

Η Ζαχαρούλα, αφού γιόμισε τον σούγλο (δοχείο νερού) από την βρύση, έδωσε του καρά να πιει. Αφού το ήπιε όλο, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά κι έβγαλε ένα ελαφρύ χλιμίντρισμα, λες και ήθελε να την ευχαριστήσει για το νερό που του πρόσφερε. Του έφερε έναν σούγλο ακόμη, αλλά αυτός το μύρισε λίγο και δεν ξανάπιε. Με λοξές ματιές προς το χάνι η Ζαχαρούλα και δείχνοντας αφηρημάδα προχώρησε πάλι προς τον στάβλο, αφού ξανακοίταξε γύρω της κάπως πονηρά άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Το βλέμμα της το καρφωμένο στο μέρος όπου είχε αφήσει αυτόν τον άγνωστο. Μάταια όμως, ο άγνωστος είχε χαθεί. Έψαξε στα παχνιά, στα άχυρα, πίσω από τα κασόνια με τους καρπούς αλλά πάλι τίποτα. Έκανε να τον φωνάξει, μα πάλι, δεν ήξερε ούτε καν πως τον έλεγαν, άνοιξε απότομα την πόρτα και έλεγξε γύρω από τον στάβλο αλλά πάλι τίποτα. Έκατσε πάνω σ' ένα σαμάρι που ήταν έξω από τον στάβλο προς το απόσκιο έπιασε το κεφάλι της και αφού έσκυψε έβαλε το πρόσωπο της ανάμεσα στα πόδια της έκλεισε τα μάτια της, νομίζοντας ότι είχε ονειρευτεί λες και ήθελε να συνεχίσει το γλυκό της όνειρο.

- Ζαχάρω, Ζαχάρωωωω!!!, ακούστηκε πάλι η φωνή του Τριάντου σχίζοντας την φυσική ηρεμία του τόπου. Έλα να μου βάλεις να φάω, να πάω να ξαπλώσω λίγο, δεν το βλέπεις; Πήρε γιόμα.

Κλαμένη η Ζαχαρούλα σηκώθηκε αργά-αργά και κίνησε να πάει στο χάνι. Αφού πέρασε από την βρύση και πλύθηκε, έριξε λίγο νερό στα μούτρα της να δροσιστεί και να συνέλθει κάπως. Σήκωσε την μπροστοποδιά της και αφού σκουπιζότανε προχωρώντας μπήκε μέσα στο χάνι για να βάλει φαγητό του Τριάντου.

Μέχρι να τελειώσει ο νους της δεν μαζεύτηκε καθόλου από τον στάβλο, δεν χωρούσε καν στο μυαλό της, ότι αυτό που είδε ήταν κάποιο όνειρο. Γύρισε πάλι στον στάβλο και άρχισε να ψάχνει, κι όμως είχε δίκιο το άγνωστο παλικάρι ήταν εκεί και περίμενε πίσω από τα κρεμασμένα σαγίσματα, που τα χρησιμοποιούσαν για τις πλάτες των αλόγων όταν είναι ιδρωμένα. Μόλις την αντίκρισε της ψιθύρισε:

- Μη φοβάσαι Ζαχαρούλα.

Τότε, τι την ήθελες, πέταξε στους επτά ουρανούς, άλλαξε η κλαμένη μορφή στο πρόσωπο της κι έλαμψε ενώ πετούσε από χαρά. Πλησίασε κοντά, τον ρώτησε πως τον λένε, για να πάρει την πρώτη της γνωριμία, και να ξανασάνει ίσως λίγο από αυτό το μικρό σοκ που έπαθε.

- Παντελή, ή και Παντελάκη όπως με φωνάζει κι η μάνα μου.

Της αποκρίθηκε με μια γλυκιά και ήρεμη φωνή που έσκισε την καρδιά της Ζαχαρούλας και με μια κίνηση προχώρησε προς το μέρος της, κοιτάζοντας την στα μάτια, που έλαμπαν από χαρά. Άπλωσε τα χέρια του στο λαιμό της Ζαχαρούλας της χάιδεψε τα μαλλιά της και πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της. Το ίδιο και η Ζαχαρούλα έφερε τα χέρια της στη μέση του Παντελή και αφέθηκε στην αγκαλιά του κλείνοντας τα μάτια της, για να χορτάσει το φιλί που τόσα χρόνια της έλειπε, κλεισμένη εδώ στην ερημιά του χανιού. Πέρασε περίπου μιάμιση ώρα που η Ζαχαρούλα και ο Παντελής έπαιζαν σαν μικρά παιδιά μέσα στο στάβλο του χανιού του Τριάντου, όταν ακούστηκε πάλι η αγριοφωνάρα του Τριάντου.

- Που 'σαι μωρή, Ζαχάρωω... έλα να μου φτιάξεις μια ψίχα (μια δόση) καφέ και φέρε μου και τον ταμπάκο μου.

–Έφτασα, Τριάντο μου ακούστηκε πάλι η φωνή από τον στάβλο, φωνή αλλιώτικη και χαρούμενη.

- Τι στον διάβολο κάνεις στο αχούρι ούλη την μέρα, διαβολοθήλυκο;

Η Ζαχαρούλα, πετάχτηκε σαν ελατήριο να πάει να φτιάξει τον καφέ του άντρα της και έφυγε τρέχοντας προς το χάνι.

Ο Παντελής ξανακρύφτηκε στον στάβλο, εκεί που ήξερε και περίμενε πότε θα δοθεί πάλι η ευκαιρία στην Ζαχαρούλα να ξαναγυρίσει κοντά του. Μάταια όμως δεν της δόθηκε όλη την μέρα ευκαιρία να ξαναγυρίσει στον στάβλο. Μόλις όμως νύχτωσε για τα καλάk ο Τριάντοςk αφού έφαγε ήπιε και ένα μποτσονάκι (μικρό επιτραπέζιο δοχείο κρασιού) κρασί έγειρε να κοιμηθεί, πάνω σε ένα στρώμα αχυρένιο, που ήταν μόνιμο τους καλοκαιρινούς μήνες στο μπαλκόνι του χανιού.

Η Ζαχαρούλα μ' όλες τις προφυλάξεις, έφυγε και πήγε στον στάβλο για να συναντήσει τον άγγελο της. Αφού τον βρήκε μισοκοιμισμένο με τα χάδια της τον ξύπνησε και έπεσε στην αγκαλιά του Παντελή. Αφήνοντας το σώμα της ελεύθερο στις παθιασμένες ορέξεις του, παρακαλούσε να μην ξημερώσει ποτέ αυτή η γλυκιά και πιο όμορφη νύχτα της ζωής της. Δεν κατάλαβε καν ούτε πότε πέρασαν περίπου τόσες ώρες που είχε ξημερώσει περίπου. Όταν!!! Άνοιξε απότομα η πόρτα του στάβλου και μπήκε ορμητικά μέσα με αγριεμένο ύφος, ο Τριάντος κρατώντας την τσάγκρα του, βρίζοντας άγρια την Ζαχαρούλα.

Μόλις τον είδαν ο Παντελής και η Ζαχάρω έμειναν σύξυλοι, μη έχοντας την δύναμη να βγάλουν λέξη από το στόμα τους. Ο Τριάντος χωρίς να ρωτήσει ούτε καν ποιος είναι αυτός ο παρείσακτος άρχισε να βρίζει άσχημα και να βλαστημάει θεούς και δαίμονες, σημαδεύοντας την Ζαχαρούλα κατευθείαν στο στήθος, διότι νόμιζε ότι αυτή ήταν η κύρια υπεύθυνη για το σκάνδαλο τούτο. Δεν πρόβαλε όμως να αποτελειώσει τις κακές προθέσεις του, όταν ο Παντελής σαν βέλος που φεύγει από το τόξο, πετάχτηκε και έπιασε το τουφέκι από του Τριάντου από την κάνη, ακούστηκε μια τουφεκιά , αλλά η τσάγκρα δεν εκπυρσοκρότησε προς το μέρος της Ζαχαρούλας παρά προς τα κεραμίδια του στάβλου Οι δύο άντρες πάλευαν πλέον σαν τα θεριά, σχεδόν επί μισή ώρα περίπου, και κυλιόσαντε στο εσωτερικό του στάβλου αγκαλιασμένοι, όταν η Ζαχαρούλα άρπαξε ένα ξύλο κι όταν βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία, χτύπησε δυνατά στο πίσω μέρος του κεφαλιού, τον Τριάντο. Αυτός μόλις που πρόλαβε και γύρισε, αδύναμος πια, κοίταξε την Ζαχαρούλα στα μάτια που κρατούσε το ρόπαλο ακόμη στο χέρι, σαν αγριόγατα αφηνιασμένη, στεκόταν όρθια και τον κοίταζε που αργόσβηνε. Σαν έγειρε ο Τριάντος και έπεφτε νεκρός έβγαλε μια αχνή φωνή μέσα από το λαρύγγι του λέγοντας:

Γιατί Ζαχάρωωω;...

Ο Παντελής σηκώθηκε αλαφιασμένος και αδύναμος πια ψυχικά να πιστέψει το τι έγινε, έπεσε στην αγκαλιά της Ζαχαρούλας και έκλαιγε σαν μικρό παιδάκι, ενώ η Ζαχάρω με απόλυτη πλέον ψυχραιμία, τον απώθησε, παρηγορώντας τον, αναλαμβάνοντας εκείνη όλη την ευθύνη του περιστατικού.

Ταυτόχρονα με σύντομες κινήσεις άρχισε το μακάβριο έργο της ταφής και εξαφάνισης των στοιχείων του φόνου αυτού. Μαζί και ο Παντελής τρεμάμενος και δείχνοντας μεγάλη αμηχανία, αμίλητος πια βοηθούσε στο έργο την Ζαχαρούλα. Όταν τελείωσαν όλα, πλύθηκαν, και ανέβηκαν πάνω στο χάνι για να κουβεντιάσουν τα καθέκαστα, αλλά μάταια ο Παντελής δεν ήθελε να πιστέψει σε τίποτα και καθόταν μαρμαρωμένος πάνω στο σκαμνί και δεν μιλούσε.

Αργά όμως το απόγευμα όταν ηρέμησαν τα πράγματα, συζήτησαν μεταξύ των για τις επόμενες κινήσεις τους. Ορκίστηκαν και οι δυο στον έρωτα τους ότι δεν θα μαρτυρήσουν ποτέ και τίποτα σε κανέναν. Ο Παντελής εξέφρασε την επιθυμία του να φύγει μακριά και να μην ξαναγυρίσει στον τόπο τούτο. Αλλά η Ζαχαρούλα δεν τον άφησε ούτε καν να το σκεφθεί αυτό. Του είπε πως πρέπει να μείνουν στο χάνι και να παντρευτούν οι δυο τους και να αποχτήσουν οικογένεια, μα μάταια ο Παντελής δεν άλλαζε γνώμη με τίποτα.

Και ένα πρωινό που ξύπνησε η Ζαχαρούλα δεν τον βρήκε πουθενά, όσο κι αν έψαξε τριγύρω όσο κι αν περίμενε, τίποτα, ο Παντελής δεν ξαναγύρισε ποτέ. Η δε Ζαχαρούλα έμεινε στο χάνι μόνη της και δούλευε πολλά χρόνια και για να τα βγάλει πέρα, προσέφερε και άλλες υπηρεσίες στους πελάτες της, αλλά ποτέ, ούτε ένα κερί δεν άναψε στο μέρος όπου είχε θάψει τον Τριάντο, έτσι για εξαγνίσει την ψυχή της.

.......................................................................................

Πέρασαν πολλά χρόνια και η Ζαχαρούλα γερασμένη πια, εφόσον δεν μπορούσε να δουλέψει το χάνι το παράτησε και γυρίζει από χωριό σε χωριό ζουμπή, κακομοίρα άσχημη, με παλιόρουχα στα μαύρα της χάλια, ακουμπισμένη πια σ' ένα ραβδί ζητώντας ελεημοσύνη, για ένα ξεροκόμματο ψωμί από τους συνανθρώπους της. Κάπου-κάπου πάει στην εκκλησία κάνοντας μεγάλους σταυρούς δείχνοντας στον κόσμο το παράδειγμα της καλής και θεοσεβούμενης γριούλας .

Μας είναι άγνωστο το πώς είχε φθάσει εκεί ο Παντελής και ποιες ήταν οι πραγματικές προθέσεις του, φθάνοντας στο χάνι του Τριάντου.

Έτσι τελείωσε το ερωτικό ειδύλλιο της όμορφης Ζαχαρούλας και του Παντελή στο χάνι του Τριάντου. Η Ζαχαρούλα που παντρεύτηκε παρά την θέληση της έναν μεγαλύτερο της και πολύ μάλλον κάποιον που δεν ήταν της ορέξεως της. Έρημο τώρα πια το χάνι θυμίζει παλιές καλές εποχές και κρύβει ένα στυγερό έγκλημα που κοιμάται στην ψυχή και το μυαλό του Παντελή και της φόνισσας Ζαχαρούλας.

Όσο για τον Παντελή δεν έμαθε κανείς τίποτε το συγκεκριμένο το που βρίσκεται κι ακόμη αν ζούσε. Κάποιες πληροφορίες τον έφερναν ασκητή σε κάποιο μακρινό μοναστήρι, έχοντας κόψει την επαφή με τον έξω κόσμο, θέλοντας να τιμωρήσει τον εαυτόν του και να εξαγνίσει την ψυχή του.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΖΑΧΑΡΟΥΛΑΣ

- Τριάντο μου, τι το 'θελες να παντρευτείς μικρούλα;

δεν ήτανε για 'σένα νε, μα ούτε για χατζίνα

παρά 'κανε για το χωριό, κι 'θέλε παλικάρι.

Κι η μάνα της, της έλεγε κι η μάνα της, της λέει:

- Κόρη μου 'ρθανε προξενιά, χατζής θε να σε πάρει.

- Εγώ χατζή δεν παντρεύουμε τον γέρο δεν τον θέλω.

- Πάρτονε, κόρη μου πάρτονε, χατζίνα σου παγαίνει

και η Ζαχάρω τον παντρεύτηκε και άντρα δεν τον έχει.

Σαν ήρθε χρόνος δίσεκτος, κακός αφορισμένος

κι ο Παντελής φάνηκε, και για κακό φτιασμένος.

- Μη Ζαχάρω, μη το γέρο μη σκοτώνεις.

- Θα τον σκοτώσω Παντελή και άντρα θα σε πάρω.

- Μην τον σκοτώνεις Ζαχαρή, φόνισσα δεν σε θέλω.

Υπάρχει κάποια σύμπτωση ή μπορεί και ν' αναφέρεται στο χάνι της Ζαχάρως, εκ του οποίου έμεινε το όνομα Ζαχάρω η κωμόπολη της Ηλείας.

Διότι κατά πληροφορίες από τον κύριο Βλάμη Σπύρο εκπαιδευτικό από την Ζαχάρω μου είπε ότι η Ζαχάρω πήρε το όνομά της από το χάνι της Ζαχαρούλας. Τώρα δεν ξέρω κατά πόσο έχει σχέση η ιστορία και το τραγούδι με την ομώνυμη πόλη.

S5 Accordion Menu

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Στατιστικά Μετρητές

Χρήστες
338
Άρθρα
906
Εμφανίσεις Άρθρων
12534997

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 117 επισκέπτες και κανένα μέλος

S5 Box

Login

Register

Δημοφιλή άρθρα