Παράδοση
  • Εγγραφή

Κατοικία

Κάγκελα, σκάλες, χαγιάτια και μπαλκόνια στην Ορεινή Ηλεία

Τα παλιά πέτρινα κτίρια της Ορεινής Ηλείας, αποτελούν υπόδειγμα αρχιτεκτονικής, ωστόσο κάποια απ’ αυτά έχουν αφεθεί στην μοίρα τους και έχουν καταντήσει «γέρικα κουφάρια», που χρόνο με το χρόνο αργοπεθαίνουν, γκρεμίζονται και κανείς από τους αρμόδιους, Δήμοι ή υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, δεν ενδιαφέρονται για την τύχη τους.Αντρώνι_το_σπίτι_του_Κάνταλου 

Θα μπορούσαμε όλοι να συμβάλλουμε ατομικά ή συλλογικά με μηδαμινό σχεδόν κόστος και παράλληλα να δώσουμε στους ιδιοκτήτες τους να καταλάβουν, ότι τα κτίρια που διαθέτουν, εκτός από την τεράστια κατασκευαστική αξία που έχουν, είναι σημείο αναφοράς των κατοίκων, αλλά και πόλος έλξης επισκεπτών, πολιτισμών και εποχών.

Τα παραπάνω, εφαρμόστηκαν κατά κάποιον τρόπο στους γειτονικούς μας νομούς, κυρίως στα χωριά της Μεσσηνίας και έτσι διασώθηκαν αρκετά κτίρια είτε εφαρμόζοντας στην τοιχοποιία τους λεπτό στρώμα σενάζ, είτε τοποθετώντας τσίγκους στις στέγες τους για την απομάκρυνση της υγρασίας.

Ενθαρρυντικό όμως είναι, ότι τα τελευταία χρόνια σε κάποια από τα χωριά της Ορεινής Ηλείας, παρατηρούμε να αλλάζει η παλιά νοοτροπία και οι κάτοικοι αποκτούν «κουλτούρα» γύρω από τη διάσωση των παραδοσιακών κτιρίων.

Κάγκελα

ΠΕΤΡΑ ΜΕ ΠΛΙΘΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΑΠΟ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ ΔΙΠΛΑ ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΑΛΕΑ
Η ΒΙΒΗ ΣΙΝΟΥ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΝΙΚΑΚΗ

Η γενιά μου, που προέρχεται λίγα χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου και του μεταπολέμου, είχε την τύχη να ζήσει έστω και λίγο την προ βιομηχανική εποχή, τότε που είχαν την τιμητική τους κυρίως τ´αγνά υλικά που πρόσφερε απλόχερα η γη και η φύση, τότε που στην Ορεινή Ηλεία κατασκεύαζαν τα σπίτια με χωματόπλιθα. Αυτό συνέβη κυρίως στον ορεινό όγκο των χωριών που δεν είχαν κοντά τους πέτρα, όπως είναι το Κούμανι, το Αντρώνι, η Γιάρμενα κλπ.

Το «κόψιμο της πλίθας» έμοιαζε με γιορτή, ήταν σαν πανηγύρι, όπως γινόταν εξάλλου σε κάθε ομαδική εργασία που πραγματοποιήτο στα χωριά μας.
Θα σας μεταφέρω μια δική μου εμπειρία για να σας δείξω τι γινόταν τότε.
Το καλοκαίρι του 1978 θα γκρέμιζα το ξύλινο πάτωμα του σπιτιού μου, στο Αντρώνι. Όταν έφτασε η κανονισμένη ώρα, ήλθαν απρόσκλητα και με τα εργαλεία τους, αρκετά άτομα να με βοηθήσουν.
Έτσι μαζεύονταν σε βοήθεια, σε «ξέλαση»,[1]από συνεταίρους (σέμπρους), φίλους, συγγενείς, μέχρι κουμπάρους, γείτονες, χωριανούς και αλληλοβοηθούνταν σε κάθε εργασία. Ήταν ένα σπουδαίο έθιμο η συλλογική βοήθεια των χωριανών που δυστυχώς έχει εκλείψει πλέον. Όλα σήμερα μετριούνται με το χρήμα.

Πλησίον στο χώρο που θα κατασκευαζόταν το σπίτι, έσκαβαν και έβγαζαν το χώμα που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν. Του πρόσθεταν τριμμένο άχυρο και νερό, το ανακάτευαν καλά, το πάταγαν με τα πόδια και το έκαναν μαλακή λάσπη. Τη λάσπη την τοποθετούσαν σε ξύλινο καλούπι που είχε συνήθως θέσεις για τέσσερις (4) ή δύο (2) πλίθες. Το καλούπι δύο θέσεων χωρίς πάτο, διαστάσεων 40x20x15 η κάθε θέση είχε μια χειρολαβή από κάθε πλευρά για την ανύψωσή του. Το τετραθέσιο (4) είχε δύο χειρολαβές από κάθε πλευρά και το σήκωναν δύο άνδρες προσεκτικά για να μην σπάσουν οι πλίθες. Η πάνω επιφάνεια της λάσπης οριζοντιονόταν µε μια σανίδα. Το 2θέσιο καλούπι μπορούσε να το σηκώσει και ένας άνδρας. Υπήρχαν καλούπια έως και 12 θέσεων.

 

ΕΠΙΠΛΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΣΤΟ ΑΝΤΡΩΝΙ

1.ΑΡΜΑΡΙ

Το αρμάρι ήταν ξύλινο και συνήθως έμπαινε σε κάποια εσοχή παραθύρου. Χωριζόταν σε ράφια και έκλεινε με μικρές δίφυλλες πόρτες με τζαμλίκια. Πάνω στα ράφια στρώνονταν άσπρα χαρτιά ή υφάσματα με νταντέλες. Μέσα έμπαιναν τα πιατικά και τα κρύσταλλα και καμιά φορά φαγητά και τρόφιμα. Αργότερα ήταν μια τετράγωνη μεταλλική ντουλάπα με σίτα γύρω-γύρω που κρεμιόταν από τα πάτερα ή από το ταβάνι, όπου έβαζαν τα τρόφιμα.

2.ΓΙΟΥΚΟΣ

Πάνω σε μια βάση ή σε μια κασέλα τοποθετούσαν με σειρά διπλωμένα ομοιόμορφα τα χοντρά κυρίως ρούχα του σπιτιού, όπως σαϊσματα, κουβέρτες, απλάδια, φλοκάτες, παπλώματα κ.α. Αν το σπίτι είχε κορίτσια τότε για το καθένα υπήρχε και ο γιούκος του, ο οποίος ανάλογα με την ηλικία(του κοριτσιού), ήταν και το ύψος του γιούκου. Πολλές φορές το χρόνο και ιδίως την άνοιξη οι νοικοκυρές τα έβγαζαν στα μπαλκόνια και τα άπλωναν στις ξύλινες φράχτες για να αεριστούν και να τα δουν οι υποψήφιοι γαμπροί ή να τα επιδείξουν στη γειτονιά.

3.ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ

Το εικονοστάσι στην αρχή ήταν μια σανίδα στερεωμένη στην ανατολική γωνία του υπνοδωματίου αν υπήρχε και πάνω ακουμπούσαν τις εικόνες. Από το ταβάνι στερεωνόταν το καντήλι που με αλυσίδες κατέβαινε μέχρι κάτω για να διευκολύνεται το άναμμα. Αργότερα έγινε ξύλινο έπιπλο με δίφυλλες τζαμωτές πόρτες που μέσα έβαζαν τις εικόνες, αγιασμό, βάγια και ό,τι άλλο κλαδί έπαιρναν από τις γιορτές. Δίπλα του τοποθετούσαν τη στεφανοθήκη του ζευγαριού.

Το σπίτι μου πριν το κάνω «καρνάβαλο». Διακρίνεται το περίτεχνο βροντάλι,

η παλουκαριά και μέσα ο αργαλειός. Δεξιά η χαμοκέλα μου και η πέτρινη σκάλα

του Κάνταλου. Αριστερά το μακρινάρι του Κατσένη και του Κώτσου 

Έχουμε το προνόμιο να ζούμε σε έναν τόπο που κάθε σπιθαμή του να μαρτυρεί πολιτισμό και ιστορία. Στο ξεκίνησα αυτής της προσπάθειας μαζί με άλλα με είχε συνεπάρει και η παρατήρηση των παλαιών κτηρίων της Ηλείας. Σε κάποια από αυτά, υπήρχε ένα περίτεχνο γείσο στις στέγες τους, φτιαγμένο με κεραμίδια που μέχρι τότε δεν γνώριζα την τεχνική και την ονομασία τους. Προκειμένου να πληροφορηθώ, στράφηκα στους σύγχρονους μαστοράντζες που δραστηριοποιούνται στην περιοχή μας που όχι μόνο δεν γνώριζαν την ονομασία του γείσου αλλά ούτε και να κατασκευάσουν αυτό το περίτεχνο αξεσουάρ της οικοδομής. Η άγνοια, ο νεοπλουτισμός και ο επαρχιωτισμός του ελληναρά αλλά και η τεχνολογική «πρόοδος», οδήγησε στην αντικατάσταση παλαιών στοιχείων με νέα που έχει σαν αποτέλεσμα να στερούμαστε σήμερα οικοδομικών αριστουργημάτων από την πλέον Ορεινή Ηλεία.

Τα μπουλούκια, όπως λεγόντουσαν οι πλανόδιες ομάδες μαστόρων, από το 18ο αιώνα έως και τα μέσα του 20ου, οργάνωσαν τη δράση τους κατασκευάζοντας κτήρια στο Μοριά. Οι ομάδες αυτές ειδικεύονταν σε λεπτομέρειες της κατασκευής, όπως ήταν οι γωνίες στα ανοίγματα (πόρτες, παράθυρα, φωτοθυρίδες ή κοινώς φεγγίτες, στοές) και στις στέγες. Για τις υπόλοιπες εργασίες ο κάθε πρωτομάστορας προσλάμβανε ντόπιους εξειδικευμένους τεχνίτες.

Το κάθε μπουλούκι εφάρμοζε τη δική του τεχνική ως προς το σχέδιο και τον αριθμό των σφικτήρων-τζινέτια που θα εφάρμοζε. Οι σφικτήρες ήταν σιδερένιες λάμες που συγκρατούσαν τις πέτρες μεταξύ τους. Τους εφάρμοζαν  στα καμπαναριά, στα πλαίσια των παραθύρων και στις πόρτες, στα λίθινα υπέρθυρα, στα ανακουφιστικά τόξα και στα ημικυκλικά τύμπανα. Τους σφικτήρες, διχάγγιστρα (τζινέτια) από χειροποίητο, σφυρήλατο μέταλλο τους συναντάμε σε διάφορα σχέδια που έχουν στα τελειώματα. Το πιο συνηθισμένο έχει το χώρισμα της λάμας σε δύο μέρη, που συνήθως σχηματίζει δύο αντίθετα c ή υ (τα οποία φαίνονται ότι είναι ενωμένα στον κορμό τους). Το κάθε μέρος έχει πλάτος περίπου πέντε εκατοστών και ονομάζεται νύχι. Οι άκρες καταλήγουν σε αιχμές, ώστε να είναι εύκολη η τοποθέτηση και σε ξύλα με τη βοήθεια σφυριού. 

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Στατιστικά Μετρητές

Χρήστες
246
Άρθρα
1040
Εμφανίσεις Άρθρων
16982249

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 133 επισκέπτες και κανένα μέλος

S5 Box

Login

Register

Δημοφιλή άρθρα