Απόντες
  • Εγγραφή

Frontpage

Γράφει: ο Κώστας Παπαντωνόπουλος

Η γερμανική κατοχή στην Ελλάδα υπήρξε μια από τις μελανές σελίδες της νεότερης ιστορίας μας. Η στρατιώτες μας αντιστάθηκε σθεναρά αρχικά στον Ιταλό και στην συνέχεια στο Γερμανό κατακτητή, με τίμημα τον φόρο αίματος των Ελλήνων αγωνιστών.

Οι Έλληνες στρατιώτες, αξιωματικοί και άλλοι εθελοντές που έπεσαν πολεμώντας στα βουνά της Αλβανίας παραμένουν είτε άταφοι είτε θαμμένοι σε πρόχειρα νεκροταφεία, παρά τις υπογραφείσες συμφωνίες με την Αλβανία.

Βάσει αρχείων της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, από την έναρξη του πολέμου μέχρι τις 26 Απριλίου 1941, οι απώλειες στο μέτωπο έφτασαν τους 13.936 οπλίτες και αξιωματικούς (νεκροί και αγνοούμενοι), με 5.500 να έχουν ταφεί σε νεκροταφεία εντός του ελληνικού εδάφους και σχεδόν 8.000 να παραμένουν στην Αλβανία (θαμμένοι ή άταφοι εκεί που σκοτώθηκαν).

Σημαντική βοήθεια παρείχε μεταπολεμικά η Ιταλία με τη χορήγηση χαρτών προς στην Ελλάδα. Το Εθνικό μας χρέος προς τους άταφους νεκρούς δεν έχει ακόμη εκπληρωθεί από την Ελληνική Πολιτεία.

Πεσόντες από το Αντρώνι

Ζήρος Ιωάννης του Δημήτριου, στρατιώτης που γεννήθηκε το 1915 σκοτώθηκε στο ύψωμα 800 στο Τοπόγιανιτ της Κλεισούρας της Βορείου Ηπείρου στις 10-2-1941 σε ηλικία 26 ετών. 

Κότσαλης Κων/νος του Ιωάννη, στρατιώτης 5ου Σ.Π. που γεννήθηκε το 1911, σκοτώθηκε στο ύψωμα 717 Μοναστάρο- Μπέκου Ραπίτ ΝΔ Μπούμπεσι της Βορείου Ηπείρου στις 11.03.1941 σε ηλικία 30 ετών.

Κότσαλης Κων/νος του Χρυσάνθου, στρατιώτης που γεννήθηκε το 1914, σκοτώθηκε στο ύψωμα Περδικάρι της Βορείου Ηπείρου στις 20.11.1940 σε ηλικία 26 ετών.

Λιάπης Γεώργιος Δημήτριος 1916 σκοτώθηκε στην Αλβανία. Της Μαργαρίτας ο Πατέρας.

Πανούτσος Γεώργιος του Νικολάου, στρατιώτης 52ου Σ.Π. που γεννήθηκε το 1910, σκοτώθηκε στο ύψωμα 1220 (Μάλι Σερβάνι) Βόρ. Φράταρι, ανατολικά της Κλεισούρας της Βορείου Ηπείρου στις 23.12.1940 σε ηλικία 30 ετών.

Πανούτσος Γεώργιος του Βασιλείου, σκοτώθηκε στην Αλβανία το 1940. Πατέρας της Μαρίας του Τσατσαρέλη. Τα οστά του για κάποιους λόγους, βρίσκονται ακόμη εκεί.

Του Κώστα Παπαντωνόπουλου

Ένα παραδοσιακό τραγούδι (θρήνος) που αναδεικνύει μια τραγική ιστορία με δυο αδέρφια που πνίγηκαν στον ποταμό Ερύμανθο (Ντάλομι), κατά τους Ρουμελιώτες στον ποταμό Αχελώο.

Το τραγούδι αναφέρεται στον πνιγμό δυο αδερφιών, με το επώνυμο Καψής από την Νεμούτα της Ηλείας.

Σύμφωνα με τις παλαιότερες μαρτυρίες, τα δυο δίδυμα αδερφάκια 14 ετών όταν κατέβασε το ποτάμι, ύστερα από μια απρόσμενη καλοκαιριάτικη νεροποντή, προσπάθησαν να απομακρύνουν τα πρόβατα που στάλιζαν για να τα σώσουν.

Επάνω στην αναμπουμπούλα όμως μερικά πρόβατα από το κοπάδι τους, πέρασαν στην απέναντι όχθη να διασωθούν. Τότε τα παιδιά έπεσαν μέσα στο ποτάμι για να περάσουν απέναντι, με αποτέλεσμα να βρουν τραγικό θάνατο από τα ορμητικά νερά της Ντάλομης που φημιζόταν ότι είχαν πνίξει αρκετούς ανθρώπους στο διάβα των χρόνων.

Μόλις ακούστηκε στο χωριό ότι αγνοούνται τα δυο παιδιά, χτύπησαν την καμπάνα και εξαπολύθηκαν όλοι Νεμουτιάνοι στις όχθες του ποταμιού για να βρουν τα παιδιά που αγνοούνταν.

Όπως αναφέρει στο τραγούδι του ο τραγουδοποιός, φαίνεται να συμμετείχε και ο ίδιος στις έρευνες, εφόσον μας λέει: «Σαν πήρα ένα κατήφορο…» και έτσι αποθανάτισε το γεγονός αυτό, θρηνώντας με τον τρόπο του το μεγάλο κακό που βρήκε το σπίτι του παπά.

Από το τραγούδι παίρνουμε τις ειδήσεις ότι τα παιδιά ήσαν δίδυμα, και στην προσπάθειά τους να γλιτώσουν αγκαλιάστηκαν και πιάστηκαν από μια ξεριζωμένη μηλιά που έφερνε μαζί στην κατεβασιά του το ποτάμι. Επίσης μας πληροφορεί, ότι η παπαδιά ήταν ρούσα (ξανθομαλλούσα) χωρίς ωστόσο να έχει εξακριβωθεί κάτι τέτοιο, ή να έγινε για τις ανάγκες της στιχομυθίας του τραγουδιού.

Ακόμη, κατά τόπους που ακούγεται το τραγούδι, ανακαλύπτουμε ότι έχει παραποιηθεί, σύμφωνα και με τα ονόματα των πνιγμένων παιδιών.

Γενικά, είναι ένας θρήνος προς την οικογένεια και κυρίως προς την άμοιρη παπαδιά που έχασε τα παιδιά της.

Σαν πήρα έναν κατήφορο στην άκρη στο ποτάμι,
και το ποτά- άιντε ρούσα παπαδιά και το ποτάμι ήταν θολό.

Και το ποτάμι ήταν θολό θολό - θολό κατεβασμένο,
σέρνει λιθά- άιντε ρούσα παπαδιά σέρνει λιθάρια ριζιμιά.

Σέρνει λιθάρια ριζιμιά δέντρα - δέντρα ξεριζωμένα,
σέρνει και μια άιντε ρούσα παπαδιά σέρνει και μια γλυκομηλιά.

Σέρνει και μια γλυκομηλιά τα μη - τα μήλα φορτωμένη,
κι ανάμεσα άιντε ρούσα παπαδιά κι ανάμεσα στους κλώνους της.

Κι ανάμεσα στους κλώνους της δυ’ αδέ- δυ’ αδέρφια αγκαλιασμένα,
τονά τον λέ - άιντε ρούσα παπαδιά τονά τον ’λέγαν Κωνσταντή.

Τονά τον λέγαν Κωνσταντή, τον άλλο Θανασάκη άιντε ρούσα παπαδιά.

Για δέστε τα μαργιόλικα τα δυο, τα δυο τ’ αγαπημένα

Απ’ της μανούλας τους την κοιλιά και ’δω και ’δω αγκαλιασμένα.

Υγ. Το τραγούδι εκτός από την παραποίηση που δέχθηκε στα λόγια, παραποιήθηκε και ως προς την εκτέλεση, που από σοβαρό και θλιβερό συρτό, έγινε χοροπηδηχτοκουνιστό με στοιχεία γελοιοποίησης όπως φαίνεται από την παρακάτω ερμηνεία της τραγουδιάρας με τους Ασιάτες μουσικούς.

https://www.youtube.com/watch?v=itqiT_zCNe4

Σχόλια στο facebook:

Πελοπόννησος Μοριάς Αδελφότης απανταχού Πελοποννησίων

Πελοπόννησος/Μοριάς.
Παράδοση τού Μοριά:
Αισθανόμαστε τήν ανάγκη νά ευχαριστήσουμε τόν κύριο Παπαντωνόπουλο, γιά τίς προσπάθειές του νά αναβιώσει νά καταγράψει τά εθιμικά ,τίς παλαιές ιστορίες καί τούς θρύλους της Πελοποννήσου .Ώστε νά τά θυμούνται νά τά γνωρίζουν καί οι νεώτεροι.
Τό ψάξαμε σχετικά καί είδαμε ότι:Τό τραγούδι αυτό είναι καθαρά εντόπικο Πελοποννησιακό διότι είναι χορικό στά 7/8 (μόνον ό συρτός Πελοποννήσου έχει αυτό τό χορικό )είναι ή συνέχεια τού
αρχαίου γυναικείου Πυρρίχιου ,πού χορευόταν στήν Πελοπόννησο,
αυστηρά αυλικός καί μέ αυτό τό ύφος.Δυστυχώς όπως είδαμε πολλοί (μέ εξαίρεση κάποιους -ες ντόπιους-ες χοριδιδασκάλους )δέν διδάσκουν αυτό τό χορικό αλλά τό συρτό άλλων τόπων πού δέν έχουσι τό ίδιο ύφος χορικά.

του Κώστα Παπαντωνόπουλου-Πλιέγκα 

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της εκπαιδευτικής διαδικασίας της περιόδου που εξετάζουμε, αφορά στο διδακτικό προσωπικό. Τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν είναι πλήρη και ιδίως ως το 1903 που λειτούργησε το κτήριο του σχολείου. Λιγοστές είναι οι πληροφορίες που έχουμε αλλά καταβάλουμε προσπάθειες και συνεχώς εμπλουτίζονται. Για την περίοδο 1903-1960 τα στοιχεία προέρχονται από κάποια αρχεία του σχολείου και από προφορικές μαρτυρίες παλιών μαθητών, των πατεράδων και των παππούδων μας.

Οι δάσκαλοι κατά τον 19ο αιώνα ήταν ποικίλης προέλευσης. Ήταν οι πτυχιούχοι διδασκαλείου αυτοί που πήραν την άδεια να ασκήσουν το επάγγελμα κατόπιν εξέτασης σε ειδική επιτροπή, οι λεγόμενοι γραμματοδιδάσκαλοι που γνώριζαν τις στοιχειώδεις γνώσεις: γραφή, ανάγνωση και αριθμητική. Ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα του δήμου προσλαμβάνονταν και η παραμονή τους στη θέση τους εξαρτιόταν τόσο από τα οικονομικά του δήμου ή της κοινότητας όσο και από την εκτίμηση των κατοίκων.

Από την ίδρυσή του Δ. Σ. έως ότου έκλεισε οριστικά, έχουν διδάξει αρκετοί δάσκαλοι:

Το έτος 1903-1905 ο διδάσκαλος Χρίστος Παπαδημητρίου από το Βιδιάκι Γορτυνίας,

Το έτος 1905-1910 ο διδάσκαλος Θεόδωρος Παπαμάρκου από τη Βάχλια Γορτυνίας,

Το έτος 1910-1915 ο διδάσκαλος Γεώργιος Κωνσταντινόπουλος εκ Σοπωτού Καλαβρύτων,

Το έτος 1916 ο διδάσκαλος Ιωάννης Φραγκούλης[1] από το τότε Δούκα Λαμπείας.

Το έτος 1918 ο διδάσκαλος Ιωάννης Κουραντζής από τη Στρέζοβα Γορτυνίας,

Το έτος 1919 ο Ιωάννης Τρίγκας από την Δίβρη,

Το έτος 1920-1932 ο Κωνσταντίνος Καρυανός[2] Γραμματοδιδάσκαλος από την Δίβρη,1927 father & uncle in schools.jpgΦωτ απο τον πατριώτη μας Δημήτρη Κότσαλη γιό του Γιάννη (Ζαΐμη)  από τις Η.Π.Α.- Οmaxa, Nebraska. Η φωτογραφία είναι γύρω στα 1927 στο δημοτικό σχολείο Αντρωνίου με τον δάσκαλο Καριανό.

Το έτος 1932-1933 ο Σπήλιος Τεμπέλης[3] από τα Καστριά Καλαβρύτων,

Ο Γιάννης τότε..., τώρα είναι καλλίτερος!

Γράφει: ο Κώστας Παπαντωνόπουλος, Πλίεγκας 

Γνωρίζατε ότι την δεκαετία του '90 το Αντρώνι είχε ιστοσελίδα;

Μην πάει το μυαλό σας στην αφεντιά μας άλλος ήταν ο προπομπός απλά εμείς ακολουθήσαμε ύστερα από πέντε έξι χρόνια, στις αρχές της καινούργιας χιλιετίας.

Η «σκοτεινή» διαδικτυακή εποχή του '90 δεν βρίσκεται πολύ μακριά μας. Οι περισσότεροι γνωρίσαμε αυτή την εποχή, είτε ως νέοι είτε ως ενήλικες. Από τότε ως σήμερα, έχουν γίνει τεράστιες βελτιώσεις με το διαδίκτυο, για να λέμε και του... «στραβού το δίκιο».

Τότε έμπαινες με το τηλέφωνο και όταν μίλαγες κοβόταν το ίντερνετ έκανε δηλαδή αυτόματο disconnect και άντε πάλι να συνδεθείς ύστερα από ώρα. Ήθελε δηλαδή «γαϊδουρινή υπομονή». Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι. Η ιεροτελεστία περιλάμβανε και αυτόν τον υπέροχο ήχο που πραγματικά τον έχουμε νοσταλγήσει. 

Το ίδιο και χειρότερα γινόταν όταν ήθελες να κάνεις ανάρτηση ή να δεις μια φωτογραφία.

Σήμερα το διαδίκτυο αποτελεί παγκόσμιο αγαθό. Όλοι γνωρίζουμε να το χρησιμοποιήσουν, ενώ ελάχιστοι μπορούν να το αποχωριστούν έστω και για λίγες ώρες ή μέρες.

Δεν θυμόμαστε πως πρώτο βρήκαμε την τότε ιστοσελίδα του Αντρωνίου που την είχε φτιάξει ο Γιάννης Παπαντώνης του Κώστα του Μούλου, ο συνάδελφός μας από το Ναυτικό. Συμμετείχαμε όμως ενεργά και με μηνύματα και διαφημίζαμε κιόλας την τότε σελίδα του χωριού μας.

Η σελίδα ακούμπαγε σε μια πλατφόρμα που λεγόταν GeoCities που υποστηριζόταν από την Yahoo! Στην αρχή ήταν ένας από τους λίγους τρόπους για να δημιουργήσει κανείς δωρεάν τη δική του ιστοσελίδα. Για κάποια χρόνια υπήρξε επί σειρά ετών μια δημοφιλής λύση στο χώρο του web hosting.

Η σελίδα είχε γίνει χειροποίητα, γράμμα- γράμμα και όχι όπως σήμερα με ένα Copy paste.

Το περιεχόμενο της τότε σελίδας το είχαμε ζητήσει από τον συμπατριώτη μας και τελικά το πήραμε τον περασμένο Αύγουστο που βρεθήκαμε στο χωριό.

Τα υπόλοιπα θα μας τα πει ο Γιάννης με το παρακάτω σημείωμα που μας έστειλε στις 21.10.2020:

«Κώστα καλησπέρα,

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΛΙΝΔΙΑ 27/7/2011 | Mapio.net

του Κώστα Παπαντωνόπουλου - Πλίεγκα

Το χωριό Κλειντιά (Κλεινδιά) Ωλένης από τουρκοκρατίας απ’ ότι γνωρίζουμε, φημιζόταν για τους εξαίρετους και επιδέξιους τεχνίτες - κατασκευαστές βαρελιών και βαγενιών, τους ονομαστούς βαρελάδες και βαγενάδες. Η βαρελοποιία  σ’ αυτό το μικρό και ασήμαντο χωριό αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό και η φήμη των μαστόρων διευρύνθηκε όχι μόνον στα γύρω χωριά της βόρειας Ηλείας, αλλά και στον Ηλειακό κάμπο, στην Γορτυνία, στα Καλαβρύτοχώρια ακόμη και ως την νήσο Ζάκυνθος.

Σήμερα οι βαρελάδες δεν υπάρχουν πια αλλά και η πολιτεία δεν έκανε κάτι για να διατηρηθεί και να σωθεί αυτό το επάγγελμα ούτε φρόντισε να δημιουργήσει ένα μουσείο με αναφορά στην σπουδαία τέχνη των βαρελιών και βαγενιών με την μακρόχρονη δράση.

Μετά την επανάσταση του 1821 δυο βαρελάδες, οι Σταυροπουλαίοι, είχανε μια παραγγελιά να σάξουνε πέντε βαγένια 12άρια, δηλαδή 12 βαρέλες το καθένα. Η κάθε βαρέλα αντιστοιχούσε σε 60 οκάδες κρασί.Επαγγέλματα της Πρέσπας - ο Βαρελάς - YouTube

Ο Χρυσαντάκης ο Σκέντζης από τη Γιάρμαινα ήτανε γυρολόγος και τσαμπασάκος. Στην Γαστούνη που ήτανε κάτου στον κάμπο, είχε ένα φίλο νοικοκύρη με πολλά αμπέλια και ζωντανά που τόνε λέγανε Σίμο. Νοικοκύρης με τα ούλα του και λεφτάς, οι παράδες του ήσαντε μπαουλιάρηδες.

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Στατιστικά Μετρητές

Χρήστες
247
Άρθρα
1116
Εμφανίσεις Άρθρων
21285334

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 563 επισκέπτες και κανένα μέλος

S5 Box

Login

Register

Δημοφιλή άρθρα