Ασχολίες Κατοίκων
  • Εγγραφή

Η κτηνοτροφία

Κατάγομαι από μιά δύσκολη περιοχή  της ορεινής Ηλείας (από πλευράς επιβίωσης).
Από μικρός, έβλεπα τους ταλαιπωρημένους κτηνοτρόφους να πηγαίνουν στις στάνες τους που οι περισσότερες δεν ξεπερνούσαν τα πενήντα ζώα.
Αυτοί οι άνθρωποι, ξεκινούσαν τη μέρα τους μπονόρα (αχάραγα) για να αρμέξουν τα πρόβατα και μερικοί τα γίδια τους.
Κατόπιν, έπαιρναν τα γάλατα να το βγάλουν σε δημοσιά για να περιμένουν το φορτηγό του μπακάλη να το γραδάρει, να το ζυγίσει και στο τέλος να το σημειώσει στο μπακαλοτεύτερο.
Πιο παλιά φόρτωναν τα ζώα τους με τα ειδικά τσίγκινα γαλατομπέτονα που από τη μία μεριά είχαν κούρμπα και από την άλλη ήταν επίπεδα με χερούλια για να φορτώνονται εύκολα στα ζώα, προκειμένου να τα πάνε στο Κατσαρού που λειτουργούσε το μπακαλιό του Νικολετόπουλου. Μετά το 1960 οι Νικολεταίοι μετακόμισαν στο πέτρινο τυροκομειό της Καστανίτσας, περιοχή κοντά στο Αντρώνι.
Σε μια πρόχειρη έρευνα που έκανα το 2013, οι κτηνοτρόφοι στο Αντρώνι ήταν 25 με 30 νοματαίοι και άλλοι 20 περίπου στους συνοικισμούς: Σπαρτουλιά, Κατσαρού, Ζαχαραίικα, Πανόπουλου. Σύνολο θα ήταν περίπου 50 στάνες που ίσως και να είχαν 5 έως 7.000 ζώα.

του Νικόλαου Διονυσίου Σκέντζη


Οι κτηνοτρόφοι της ορεινής Ηλείας αναφέρονται με διάφορες ονομασίες: τσοπάνης, βοσκός, σκουτέρης, ξωμάχος, ποιμένας κ.α.
Σαν βάση είχαν το στανοτόπι (λημέρι), ο χώρος όπου υπήρχαν οι αναγκαίες εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση των ανθρώπων και των ζώων.
Το καλύβι ήταν το κύριο κτίσμα που στέγαζε ανθρώπους και ζώα κατά την χειμερινή περίοδο.
Το μαντρί ήταν ένας περιφραγμένος χώρος για τον αυλισμό και το τάισμα των ζώων.
Το γαλάρι (ξελώντσα) ήταν χώρος φτιαγμένος σε επικλινές σημείο για να στραγγίζουν τα νερά, για την διανυκτέρευση των ζώων.
Ο τσάρκος ήταν ένας μικρός χώρος για να φυλάσσονται τα νεογέννητα αρνοκάτσικα.
Στις αρχές τις άνοιξης σε ανοιχτό χώρο έφτιαχναν την στρούγκα για το άρμεγμα, με κλαδιά (γκορτσιές) γύρω-γύρω και τοποθετούσαν στην έξοδο δύο μεγάλα λιθάρια τα ονομαζόμενα στρουγκολίθια στα οποία κάθονταν οι δύο που άρμεγαν, ενώ ένας τρίτος (στρουγκολάτης) προωθούσε τα ζώα προς την έξοδο.
Ταυτόχρονα κοντά έφτιαχναν την παγανιά, αρκετά μεγάλος χώρος και περιφραγμένος, για γιομάτισμα το μεσημέρι και προφύλαξη το βράδυ.
Τα σκεύη που χρησιμοποιούσαν ήταν χαλκωματένια και ξύλινα.
Τέντζερη για το μαγείρεμα, σαγάνι για το φαγητό, τέσα για την μεταφορά του φαγητού, καζάνι (λεβέτι) για το ζέσταμα και το πήξιμο του γάλακτος, καρδάρα (μπακράτσα) και βεδούρα για το άρμεγμα, καρδάρι για πολλές χρήσεις γύρω από το γάλα, γιατί ήταν ευκολόχρηστο.
Το κουτούλι το χρησιμοποιούσαν για το μέτρημα του γάλακτος, στραγκοπάνι για το σούρωμα, τσαντελσπάνε στο οποίο έριχναν το πηγμένο γάλα, στάλπη (σπριγγλιάτα) μέσα στο οποίο στράγγιζε ο τυρόγαλος, τρίφτης για το ανακάτεμα του τυρόγαλου μέχρι να βγει η μυτζήθρα, κεψέ για το μάζεμα της μυτζήθρας, τεζάχι για το αλάτισμα του τυριού και της μυτζήθρας και τέλος ο δάρτης για την αποβουτύρωση του γάλακτος.
Όταν γεννούσαν τα γιδοπρόβατα το πρώτο γάλα που δεν είχε καθαρίσει και ήταν αρκετά πηκτό το ονόμαζαν κόλλα, και με αυτό έφτιαναν το κορκοφίγκι.
Τα προϊόντα του αιγοπρόβιου γάλακτος όπως το παραδοσιακό τυρί φέτα, κεφαλοτύρι, γραβιέρα, γιαούρτι, κ.α. καθώς επίσης και τα υποπροϊόντα του είναι τα καλύτερα, και με την μεγαλύτερη ζήτηση.
Στις αρχές της άνοιξης κωλοκούριζαν τα πρόβατα, κούρευαν δηλαδή την κοιλιά, το λαιμό, τα πίσω πόδια και τέλος την ουρά, για να παίρνει αέρα το ζώο, αλλά και για να αρμέγεται εύκολα και πιο καθαρά.
Τον Μάιο γίνονταν ο κούρος παρουσία όλης της οικογένειας, φίλων και συγγενών για βοήθεια, ενώ ταυτόχρονα έσφαζαν ένα ζώο ώστε η μέρα του κούρου να ξεχωρίζει από τις άλλες. Από τα μαλλιά των προβάτων έφτιαχναν το ποκάρι.
Το κούρεμα των γιδιών γίνονταν με διαφορετικό τρόπο, καρφώνοντας στο έδαφος μια φούρκα, περνούσαν το κεφάλι του ζώου μέσα ώστε να μην κουνιέται και εν συνεχεία κούρευαν το ζώο σε όρθια στάση.
Ο τσοπάνος όσα ζώα και να είχε στο κοπάδι του τα γνώριζε ένα-ένα και σε πολλά από αυτά έδινε και ονόματα.
Η ενδυμασία του ήταν πλεκτή φανέλα, υφαντό πουκάμισο ή βέγγα, υφαντό σώβρακο, υφαντό μπαινοβράκι της νεροτριβής, υφαντή κάπα της νεροτριβής, πλεκτό πουλόβερ, μπούστο και πλεκτές κάλτσες από τραγόμαλλο που περνούσαν τον αστράγαλο σε σχήμα μπότας οι οποίες δεν απορροφούσαν το νερό και διατηρούσαν τα πόδια ζεστά και στεγνά.
Τέλος τα υποδήματα του ήταν καουτσούκια η γουρουνοτσάρουχα. Όλα αυτά διατηρηθήκαν στα χωριά μας μέχρι την δεκαετία 1950-1960.


Το παραπάνω άρθρο μας το έδωσε ο γράφων και είχε δημοσιευτεί στο Περιοδικό "Φολόη" Αρ. Τεύχους 59 του 2011.

ΤΟ ΑΛΟΓΟ

Το άλογο ένα από τα πιο μεγάλο οικόσιτο θηλαστικο ζώο, είναι τετράποδο σπονδυλωτό και χορτοφάγο. Το άλογο ή άτι[1], στην αρχαία ελληνική η ονομασία του ήταν ίππος που επιστημονικά σημαίνει ήρεμος.

Το άλογο, που είναι πολύ διαδεδομένο. Είναι θηλαστικό τετράποδο περιττοδάχτυλο (Perissodaktyla) της υπόταξης των Ιππομόρφων, της οικογένειας των Ιππιδών (Equus caballus) και ανήκει στην συνομοταξία Χορδωτά (Chordata).

Χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα ως μέσο μετακίνησης και αποτέλεσε βασική κινητήρια δύναμη των αμαξών αλλά και χρήσιμο εργαλείο στον πόλεμο. Βοήθησε επίσης την εξάπλωση των ανθρώπων σε νέες περιοχές, καθώς και τη μετανάστευση ολόκληρων λαών.

Τα άλογα εξημερώθηκαν πριν 5.500 χρόνια. Ζουν περίπου 20 - 25 χρόνια, αρκετές φορές ξεπερνούν και τα τριάντα, ανάλογα με την διαβίωση. Είναι ένα από τα πιο νοημονέστατα οικόσιτα ζώα. Αν και πιστευόταν ότι δεν είναι ιδιαίτερα έξυπνο ζώο, όπως δείχνει και το όνομά του, έχει αποδειχτεί ότι κατέχει ευφυία που έχει να κάνει με την εκμάθηση καθηκόντων, τη μνήμη και τη λύση προβλημάτων. Οι κινήσεις του εκδηλώνουν ευγένεια και υπερηφάνεια. Ο άνθρωπος που αγαπάει το άλογο είναι εκλεκτικός, γεμάτος λεπτότητα, καλλιτέχνης, αισθησιακός, συναισθηματικός και ευαίσθητος. Οι σωματικές του διαπλάσεις του αλόγου έγιναν αφορμή ώστε οι χρήστες του να το ονομάσουν «υπερήφανο» ζώο. Και δεν είχαν καθόλου άδικο, παρατηρώντας ένα άλογο καταλαβαίνουμε γιατί του έδωσαν αυτή την προσωνυμία της υπερηφάνειας. Για να προσφέρει τις υπηρεσίες του το άλογο χρειάζεται περιποίηση, ώστε να διατηρείται καθαρό, γερό και δυνατό. Συνήθως υποφέρει από ορισμένα παράσιτα, γι’ αυτό χρειάζεται καθαριότητα και άγρυπνη παρακολούθηση.

Koύρος

kouros-16-6-07 002.jpgkouros 16-6-07 003.jpg

 

Επιμέλεια: Ηλίας Τουτούνης

 

ΜΙΑ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΒΙΩΜΕΝΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ ΤΩΝ ΚΟΠΑΔΙΩΝ ΣΤΑ ΧΕΙΜΑΔΙΑ

Ο Οκτώβρης είναι ο μήνας που οι ποιμένες, οδηγούμενοι από τον οικολογικό καταναγκασμό, κατεβαίνουν με τα κοπάδια από τα αλπικά λιβάδια των βουνών στους κάμπους, να ξεχειμωνιάσουν. Όσο αισιόδοξο και άνετο είναι το ανέβασμα ανθρώπων και ζώων μέσα στην ανοιξιάτικη φυσική αλλά και ψυχική ευδία, τόσο αγωνιώδες και επίπονο είναι το κατέβασμα μέσα στη φθινοπωρινή συγκυρία, οπότε η μέρα έχει μακρύνει, τα ζώα εγκυμονούν, οι καιρικές συνθήκες είναι αντίξοες[1].

Αντί άλλης διαπραγμάτευσης για μια τέτοια κοπιώδη πορεία παραχωρούμε το λόγο στην παραμυθιακή αφήγηση ενός κτηνοτρόφου. Μαρτυρία[2] ανοικτή σε πολλαπλές αναγνώσεις, αναδεικνύει εδώ -μέσα από την πυκνότητα και παραστατικότητα της προφορικότητας, και κυρίως μέσα από την ίδια βιωμένη γνώση- το πόσο κυριολεκτικός είναι εν τέλει ο τίτλος «Οι δρόμοι των νερών και κοπαδιών».

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Στατιστικά Μετρητές

Χρήστες
246
Άρθρα
1043
Εμφανίσεις Άρθρων
17011921

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 150 επισκέπτες και κανένα μέλος

S5 Box

Login

Register

Δημοφιλή άρθρα