Καλώς ορίσατε στην αρχαιότερη ιστοσελίδα της Ηλείας, στο Αντρώνι και στην Ορεινή Ηλεία.

Είναι οι κατάφυτες διαδρομές μέσα στις βελανιδιές και στα πλατάνια στο κέντρο της Κάπελης με τις απόκρημνες πλαγιές, τα σκιερά φαράγγια με τις πολλές σπηλιές, τους καταρράκτες, τους νερόμυλους και τις νεροτριβές, με τις δροσερές πηγές και τα καθαρά ποτάμια... Με τα πετρόχτιστα σπίτια, τα νόστιμα φαγητά και το καλό κρασί, τα αρχοντικά γλέντια και τους φιλόξενους κατοίκους.

Frontpage

1944 Πανόπουλο: Η σύλληψη, η κακοποίηση και η απόδραση του Νικολάου Στεργιόπουλου.

Γράφει, ο Κώστας Παπαντωνόπουλος

Ο πόλεμος του 1940 όπως αναφέρει και ο φίλος Βασίλης Λαζαράκης, βρήκε τους λιγοστούς κατοίκους του Πανόπουλου (συνοικισμού του Αντρωνίου) που είχε τότενες 7- 8 σπίτια και κάποιες πρόχειρες αγροικίες ποιμένων που πηγαινοέρχονταν από το Αντρώνι.

 Στα 1944 η Αγγλική αντικατασκοπεία υπό τον Συνταγματάρχη Κάμπελ και το Λοχαγό Ντόνελ κατασκεύασε ένα πρόχειρο αεροδιάδρομο. Για τις ανάγκες της κατασκευής εκχερσώθηκε και μέρος της Κάπελης ενώ για την ολοκλήρωση του διαδρόμου εργάστηκαν και αρκετοί κάτοικοι από το Πανόπουλο αλλά και ευρύτερα. Ίσως να ήταν ένα αεροδρόμιο το οποίο έγινε για σκοπούς προπαγάνδας, προκειμένου οι Γερμανοί να παραπλανηθούν σε σχέση με τον τόπο απόβασης των συμμάχων, απόβαση η οποία έγινε τελικά στη Σικελία. Ωστόσο οι Άγγλοι αξιωματικοί και στρατιώτες κρύβονταν στα σπίτια, τις αποθήκες και τις καλύβες των περιοίκων. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα στις 4 Μάη του 1944 να προσγειωθεί ένα Γερμανικό Στούκας στον πρόχειρο αεροδιάδρομο στο Πανόπουλο. Οι Γερμανοί ξεχύθηκαν προς αναζήτηση των Άγγλων καίγοντας όλα τα σπίτια του χωριού. Οι κάτοικοι φοβισμένοι κρυφτήκανε στα ρέματα για να γλιτώσουν και οι Ραγήδες όπως τους λέγανε, οι "Έλληνες" συνεργάτες των Γερμανών επιδίδονταν σε πλιάτσικο.

Όλα τα παραπάνω, μας είναι λίγο πολύ γνωστά από αφηγήσεις αλλά και από το βιβλίο του Διβριώτη Τάσου Καζάζη όπως θα δούμε παρακάτω.

Εκείνο που δεν γνωρίζαμε είναι ο ηρωισμός του συμπατριώτη και συγγενή μας Νικόλαου Στεργιόπουλου που διαπιστώνεται από τα έγγραφα που μας εμπιστεύτηκε η κόρη του, Λεμονιά Ν. Στεργιοπούλου.

ΑΝΑΛΑΤΟ!

Γράφει ο Κώστας Παπαντωνόπουλος

Ανάλατο[1] λέγανε το βασιλικό λίπος, το μέσα ξίγκι ή την μπόλια του γουρουνιού. Κρατούσαν ένα μέρος του βασιλικού λίπους από το χοιρινό και το έλειωναν ξέχωρα από τα άλλα, χωρίς να το αλατίσουν, γι’ αυτό και λέγεται ανάλατο.

Αυτό το αποθήκευαν σε ένα λαγήνι πήλινο και το χρησιμοποιούσαν στην μαγειρική ως βούτυρο, όταν έφτιαχναν  κουραμπιέδες, τηγανίτες και διάφορα άλλα παρασκευάσματα.

Επίσης το χρησιμοποιούσαν για να τσιγαρίζουν τα μακαρόνια, τις χυλοπίτες και αν είχαν μπόλικο και τους περίσσευε το χρησιμοποιούσαν και στην μαγειρική.

Επίσης ένα κομμάτι ανάλατο δεν το έλειωναν το κρατούσαν χώρια και το χρησιμοποιούσαν στη πρακτική ιατρική για εντριβές. Το ζέσταιναν και για να είναι μαλακό και με αυτό έκαναν εντριβές στο μέρος που ένοιωθε πόνους ο ασθενής.

Ακόμη το χρησιμοποιούσαν για να λιπαίνουν τα χέρια τους οι ξωμάχοι όταν ξερόσκαγαν ή κοκάλωναν τον χειμώνα από το κρύο αλλά και από τις διάφορες υπαίθριες χειρωνακτικές εργασίες. Ενώ με αυτό λίπαιναν τις αρβύλες, όπλα, μηχανισμούς, ζώνες, δερμάτινες τσάντες, καπνοσακούλες κ.λπ.

Ανάλατο τάιζαν την έγκυο γυναίκα, για να βγει το παιδί χιονάτο, σαν το λίπος. Έλεγε ένας για κάποια γύφτισσα που είχε παντρευτεί, έναν λαϊκό: «Όσο ανάλατο κι αν φας, άσπρο παιδί δεν κάνεις!»

Επίσης με το ανάλατο, κατασκεύαζαν και υπόθετα για την αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας. Ένα τεμάχιο ανάλατο, το τύλιγαν με πανί και το τοποθετούσαν οι τσοπάνηδες στα γρέκια τους ώστε τα ζωντανά τους να είναι πάντοτε παχιά και όχι αχαμνά δηλαδή αδύνατα, (τα αχαμνά τότε τα έλεγαν κάρματα).

Ανάλατο χρησιμοποιούσαν και στα φυλαχτάρια που έφτιαχναν.

 

[1] Ανάλατο σύμφωνα και με το λεξικό μας είναι: 1) το βασιλικό λίπος, η μπόλια, το μέσα ξίγκι του γουρουνιού που είχε ιαματικές ιδιότητες, 2) επίθ. κάτι που δεν είναι αλατισμένο, 3) σαχλός, ανούσιος άνθρωπος, 4) τα ανάλατα αστεία, ανάλατες ιστορίες, άνοστα πράματα, δίχως καμιά ουσία.

 «Ανάλατο λέγεται το εσωτερικό λίπος του χοίρου όπερ διατηρείται χωρίς να αλατισθεί, χρησιμοποιείται δε ως αλοιφή δια τας πληγάς»: Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, (1824-1879):

«Προσωπική εργασία», ένας ξεχασμένος θεσμός της υπαίθρου!

Γράφει, ο Κώστας Παπαντωνόπουλος

«Προσωπική εργασία» λέγαμε την υποχρεωτική κατά κάποιον τρόπο εργασία που προσέφεραν οι ενήλικες άρρενες από την αρχαιότητα μέχρι και την προβιομηχανική περίοδο, ανάλογα με τις ανάγκες που δημιουργούνταν σε κάθε κοινότητα.

Η προσωπική εργασία είναι αποτέλεσμα κοινής συναίνεσης, μια «μετά χαράς» προσφορά για έργα «κοινής ωφελείας», στον κύκλο του χωριού, που συχνά κινείται εκ των κάτω, αυθόρμητα.

Με τον τρόπο αυτό οι χωριανοί με προσωπική και χειρωνακτική εργασία και με απλά εργαλεία κατασκεύαζαν σημαντικά και απαραίτητα έργα στην περιφέρειά τους, χωρίς τη συνδρομή της πολιτείας που έως και το 1970 ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.

Ο πρόεδρος της Κοινότητας, μαζί με το Κοινοτικό Συμβούλιο, και ύστερα από συζητήσεις στα μαγαζιά με τους χωριανούς κατέστρωνε το πρόγραμμα για τα υπό εκτέλεση έργα. Καμιά φορά γίνονταν και γενικές συνελεύσεις που λάμβανε μέρος όλο το χωριό. Ν. : 3427/1909 περί οδοποιίας που ήταν υποχρεωτική η αμισθί εργασία των πολιτών ηλικίας 18 έως 65 ετών για την κατασκευή δημοτικών και επαρχιακών δρόμων.

Τα έργα που προγραμματίζονταν ήταν συνήθως: η κατασκευή ή η βελτίωση δρόμων κοινοτικών ή αγροτικών, κατασκευή δεξαμενών, γεφυριών, αρδευτικά έργα, βρύσες, αλώνια, ανέγερση εκκλησιών, σχολείων κ.ά.

Αναλογα με τις απαιτήσεις του κάθε έργου ο κάθε ένας έφερε και το ανάλογο εργαλείο όπως σκαπτικά, εργαλεία κτίστη, εξόρυξης πέτρας και για μεταφορά υλικών τα υποζύγια τους.

Το ιστορικό σπίτι του Κλαπανάρη στο Αντρώνι.

 previewΓράφει ο Κώστας Παπαντωνόπουλος

Κάθε πέτρα, κάθε σπίτι, κάθε σόι έχει και την δικιά του μικρή ή μεγάλη ιστορία.

Στην παρούσα ανάρτηση θα ασχοληθώ εκτενέστερα σε ένα σπίτι που έχω και εγώ ρίζα, άρα και παραπάνω δικαίωμα να πω και μια κουβέντα παραπάνω.

Το Μπουκέικο, άσχετα με το τι θα διαβάσετε παρακάτω, ήταν το δεύτερο σπίτι μου.

Εκεί ξημεροβραδιαζόμουν από τσορομπίλη.

Θυμάμαι και την γιαγιά μου την Λεμονιά που πέθανε κοντά στα 1960. Μου έδινε πενηνταράκια να παίρνω καραμέλες, αυτά του 1957 που απεικόνιζαν τον Β. Παύλο και κατόπιν πήραν μεγάλη αξία καθότι ήταν λιγοστά.

Μιλάω για το ιστορικό σπίτι του Κλαπανάρη με τις πολεμίστρες που χτίστηκε πολλά χρόνια πριν ξεσπάσει η επανάσταση. Θα ανατριχιάσετε όταν βγάλω το βίντεο με την ιστορία που αφηγείται ο αείμνηστος Θανάσης Πανόπουλος για τα χρόνια του Ιμπραήμ όταν στο κατώι του φιλοξενούσε γυναικόπαιδα που τρέφονταν με γάτες και ποντίκια.

ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΚΑΠΕΛΗΣ

Λέγανε παλιά ότι στην Κάπελη τις νύχτες τριγύριζε ένα τρανό στοιχειό, σαν μικρό βόδι, που είχε τραγίσιο κεφάλι. Πολλοί άνθρωποι που νυχτοπερπατάγανε και περνάγανε μέσα στην Κάπελη την νύχτα το είχανε ιδωμένο να γυρίζει μέσα στα δασά δέντρα και τα μάτια του γυαλίζανε σαν της γάτας. Όσοι από δαύτους το είδανε ακούσανε και ένα μουγκρητό, όπως κάνει ένα βόδι όταν το σφάζουνε. Κανείς ποτέ δεν το ζύγωσε να το σκοτώσει ή να ιδεί τι πράμα είναι εκείνο το παράξενο ζωντανό. Τι γάρις είναι του Θεού ή εκεινού του κερατά του Διαβόλου;

Να μην τα πολυλογάου και χασομεράμε, ένα βράδυ ένας καβάλα στ’ άλογό του πέρναγε μέσα από την Κάπελη να κατέβει στον κάμπο. Στην μέση στην Κάπελη, κατέβηκε από το άλογο να κατουρήσει και να στρίψει ένα λαθραίο τσιγάρο. Μόλις κατούρησε και ζώθηκε, έκατσε απάνου σ’ ένα ξερό κούτσουρο και έβγαλε την ταμπακέρα του και την ακούμπησε απάνου στο γόνατό του και έστριβε τσιγάρο. Πίσω του άκουσε χράτσα- χρούτσα πατήματα απάνου στα ξερά φύλλα των δέντρων. Γυρίζει πίσω να ιδεί τι συμβαίνει και βλέπει ετούτο το τέρας. Ένα βόδι, με τραγίσιο κεφάλι να έρχεται αγάλι- αγάλι ντουγρού κατά απάνου του. Πετάχτηκε όρθιος από το κούτσουρο που καθότανε, δίνει ένα σάλτο και πάει πίσω από ένα δέντρο να φυλαχτεί. Τον έπιασε ένα τρέμουλο λες και είχε πέσει μεσοχείμωνο σε λούμπα με νερό. Είχε και ένα παλιομπίστολο ζωσμένο στην μέση του, αλλά πώς να το τραβήξει, τα χέρια του από το τρέμουλο πηγαίνανε σαν τα χέρια του ταβουλάρη την ώρα που ζορίζει το ταβούλι στο χορό. Η φωνή του κόπηκε, δεν έβγανε ανάσα και τα δόντια του από το τρέμουλο, κάνανε σαν τα τριζόνια το καλοκαίρι που τρίζουνε ούλη την νύχτα. Δεν κράτησε πολύ η τρομάρα του, μόλις τόνε ζύγωσε κοντά το στοιχειό έπεσε κάτου ξερός.

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Αναδημοσιεύσεις

Free Joomla! templates by Engine Templates